Posted On 19 Απριλίου 2017 By In ΦΡΑΝΣΗ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ With 610 Views

Sacrifice: Chet Baker, ο James Dean της Jazz

Δεν έχω ιδέα από jazz. Τη λατρεύω και ακούω διαρκώς αλλά δεν την καταλαβαίνω. Μπορεί να μην της χρειάζεται άλλωστε να γίνεται κατανοητή. Jazz είναι! Κι αν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς αυτή τη μουσική και εν γένει την τέχνη πόσο δυσκολότερο είναι να καταλάβει τον άνθρωπο που τη δημιουργεί, την οδύνη που βιώνει για να το επιτύχει και όσα απαρνιέται για χάρη της.

Προσφάτως, παρακολούθησα την ταινία “Born to Be Blue” του 2015, σε σκηνοθεσία του Robert Budreau . Δεν τη βρήκα, με βρήκε, και ιδού το άρθρο. Η ταινία εξιστορεί τη ζωή του cool jazz μουσικού, τραγουδιστή και τρομπετίστα Chet Baker που θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως το παιδί θαύμα της jazz σκηνής της δεκαετίας του πενήντα, τον οποίο υποδύεται ο Ethan Hawke. Επίσης, υπάρχει το ντοκιμαντέρ “Let’s get lost” του 1989, σε σκηνοθεσία του Bruce Weber και πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Baker που καλύπτει τα κενά της κινηματογραφικής αφήγησης και της μυθοπλασίας. Άλλωστε, λίγο μας νοιάζει η ζωή του. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το πνεύμα που πυροδοτούσε τη μουσική του. Ότι έχει να πει ο δημιουργός, το λέει μέσα από το χάρισμά του. Η ζωή του είναι μονάχα το υπόβαθρο που στηρίζει την καλλιτεχνική του υπόσταση.

Έχω πει πολλές φορές σε φίλους μουσικούς πως η τέχνη που τους διάλεξε για να την υπηρετήσουν έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα που τους δωρίζει αγόγγυστα μια ανυπολόγιστη τύχη. Η μουσική γίνεται αντιληπτή από όλους διότι απευθύνεται ξεκάθαρα στο συναίσθημα και χωρίς να πρέπει να το βάλει καν σημάδι. Οποιοσδήποτε άνθρωπος, της οιασδήποτε καλλιέργειας και διάνοιας μπορεί να αισθανθεί τη μουσική χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια. Μπορεί να μην καταλαβαίνω την jazz αλλά τη νιώθω και με ταξιδεύει διεγείροντας το μυαλό μου χωρίς να μου ζητήσει την άδεια.

Οπότε, αν θέλουμε να αισθανθούμε τι ακριβώς βίωνε ο Chet δημιουργώντας, αρκεί να τον ακούσουμε να παίζει και να τραγουδάει παρόλο που είχε καταστρέψει τη φωνή του από τη χρόνια χρήση της ουσίας που είχε επιλέξει για να εθιστεί, η οποία δεν είναι άλλη από την καταραμένη ηρωίνη. Κάπου εδώ, μάλλον πρέπει να εξηγηθώ όσον αφορά τη λέξη «επιλογή» σε σχέση με την ηρωίνη.

Σε όλη του τη σταδιοδρομία, η μουσική του βάδιζε παράλληλα με εκείνη του Miles Davis, του οποίου ο Chet αναζητούσε την αποδοχή και την αναγνώριση.

Σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας, ο Chet Baker ήταν ήδη χρόνιος χρήστης ηρωίνης όταν ξυλοκοπήθηκε άγρια από τους εμπόρους που του την παρείχαν επειδή τους χρωστούσε χρήματα, τα οποία ήδη γνώριζαν ότι δεν πρόκειται να πάρουν πίσω και γι’ αυτό το λόγο του έσπασαν τα μπροστινά δόντια ώστε να μην μπορεί να παίξει πλέον τρομπέτα. Κι όμως. Δεν κατόρθωσαν να σκοτώσουν το θαύμα αλλά εν αγνοία τους βοήθησαν να γίνει μεγαλύτερο και να ακουστεί πιο δυνατά. O Chet έμαθε να παίζει με την προσθήκη ψεύτικων δοντιών και χρησιμοποιώντας κάθε μέρος του στόματός του, αφού για καιρό έφτυνε αίμα κάθε φορά που φυσούσε για να βγάλει ήχο, νιώθοντας τρομερό πόνο. Ζούσε σε ένα τροχόσπιτο δίπλα στη θάλασσα απέχοντας από την ηρωίνη με τη βοήθεια της μεθαδόνης προκειμένου να καταφέρει να συνεχίσει να βγάζει μουσική μέσα από τα σπλάχνα του ώσπου νικώντας τον πόνο και την αντιξοότητα, τα κατάφερε.

Σε όλη αυτή τη γιγάντια προσπάθεια, τον στήριξε η ηθοποιός Jane Azuka με την οποία γνωρίστηκαν στα γυρίσματα ενός φιλμ για τη ζωή του και κατέληξαν να γίνουν ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι φτάνοντας πολύ κοντά στο να παντρευτούν ενώ εκείνη ήταν έγκυος. Ας πούμε πως είχε πλησιάσει την ευτυχία όσο kitsch κι αν ακούγεται αυτό για έναν αληθινό bohemian artist. Σε όλη του τη σταδιοδρομία, η μουσική του βάδιζε παράλληλα με εκείνη του Miles Davis, του οποίου ο Chet αναζητούσε την αποδοχή και την αναγνώριση. Όταν του δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία να παίξει μπροστά του αποδεικνύοντας την αξία του –ύστερα από την αναπηρία που έπρεπε να αντιμετωπίσει- βρέθηκε αντιμέτωπος με τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής του˙ αν θα παίξει «καθαρός» συνεχίζοντας να κρατά στα χέρια του ένα μωρό και την ευτυχία που του είχε χαρίσει η γυναίκα που τον αγαπούσε ή αν θα παίξει με την ηρωίνη να τρέχει στις φλέβες του εγκαταλείποντας τη ζωή που είχε κατακτήσει με τόσο αγώνα.

Ο παραγωγός του στη συζήτηση που είχαν στο καμαρίνι πριν βγει στην σκηνή, του εξήγησε τι θα χάσει αν ξεκινήσει πάλι τη χρήση διότι η Jane ήταν βέβαιο ότι θα τον εγκατέλειπε κι εκείνος απάντησε με δυο φράσεις που με ταρακούνησαν: “Ι want my life back” , “with heroin I can get inside every note” κι αργότερα όταν έμεινε μόνος μπροστά στον καθρέφτη είπε με την βαθιά και νωχελική φωνή του: «Hello Dizzy, hello Miles…there is a little white cat in the West Coast and it’s gonna eat you up”. Η τελευταία αυτή φράση είναι πέρα για πέρα αληθινή όπως θα διαπιστώσει κανείς αν δει την τελευταία συνέντευξη που είχε δώσει.

Η σπουδαία τέχνη θέλει τάξιμο και αφοσίωση κι αν οτιδήποτε άλλο σου στερεί την ικανότητά σου να αγγίξεις το απόλυτο του χαρίσματός σου, οφείλεις να το θυσιάσεις για να αφήσεις το χάραγμά σου στο πέρασμα σου από την ζωή αψηφώντας έτσι την ματαιότητα της.

Δεν είναι spoiler να σας πω ότι διάλεξε την ηρωίνη, έπαιξε καθηλώνοντας το κοινό ενώ ο Miles Davis χειροκροτούσε. Δυστυχώς ή ευτυχώς, η αφηγηματική πλοκή είναι ένα μύθευμα με στοιχεία ρεαλιστικά και φανταστικά που χρησιμοποιεί τη φιγούρα του Chet Baker χωρίς να είναι απολύτως βιογραφική. Όσο για την Jane Azuka είναι κι αυτή μια φανταστική ηρωίδα φτιαγμένη με κομμάτια από όλες τις γυναίκες της ζωής του Chet, συμβολίζοντας τη σχέση του με τον έρωτα, την αγάπη, την οικογένεια και τη στάση του απέναντι στην κοινωνία.

Δεν ξέρω που κρύβεται η αλήθεια των ανθρώπων και δη αυτών της τέχνης. Διαβάζοντας και ερευνώντας πάντως για το κακό παιδί της jazz, το ίδιο μήνυμα εισέπραξα από παντού. Θυσίασε τον εαυτό του για να μπορεί να παίζει μουσική όπως εκείνος καταλάβαινε ότι το κάνει σπουδαία, βυθισμένος σε μια μπλε θάλασσα μοναξιάς. Κάποιος άλλος λιγότερο –ή και καθόλου- ρομαντικός από μένα σαφώς θα πει πως ήταν ένας ακόμη ταλαντούχος πρεζάκιας jazz μουσικός που αυτοκαταστράφηκε και τίποτα παραπάνω. Τα πάντα είναι θέμα οπτικής και κανείς δεν μπορεί να έχει τα πάντα. You win some, you lose some and you can’t win for losin’. Εξαρτάται όμως τι σημαίνει «έχω τα πάντα» για τον καθένα. Συζητώντας για το άρθρο με τον μουσικό που το επιμελήθηκε προκειμένου να γίνει αρτιότερο τον άκουσα να μου λέει «ok αλλά δεν έγραψε μεγάλη μουσική παρά μόνο κάτι μελαγχολικές μπαλάντες» και δε θα διαφωνήσω διότι η μουσική μου παιδεία πιθανώς να μην είναι σε θέση να το κρίνει αυτό αλλά το ζήτημα είναι πως αυτές οι μουσικές μπαλάντες κάνουν τη δική μου ζωή ομορφότερη και είναι εκεί όταν τις χρειάζομαι˙ αν και ο Chet, θέλω να πιστεύω ότι είχε το σθένος να είναι αρκετά εγωιστής ώστε να παίζει μόνο για τον εαυτό του και για το μεγαλείο της τρέλας.

Η σπουδαία τέχνη θέλει τάξιμο και αφοσίωση κι αν οτιδήποτε άλλο σου στερεί την ικανότητά σου να αγγίξεις το απόλυτο του χαρίσματός σου, οφείλεις να το θυσιάσεις για να αφήσεις το χάραγμά σου στο πέρασμα σου από την ζωή αψηφώντας έτσι την ματαιότητα της. Δεν έχεις δικαίωμα να γυρίσεις την πλάτη σε αυτό για το οποίο είσαι φτιαγμένος διότι όσο δυστυχισμένο κι αν σε κάνει να φαίνεσαι, εκεί ανήκεις και η πραγματική δυστυχία θα έρθει όταν θα ατενίζεις από μακριά το όραμα που εγκατέλειψες. Ο Baker θυσιάστηκε στην ηρωίνη, ο συγγραφέας Tomas Pynchon θυσίασε την προσωπική του δόξα για να δοξάσει την γραφή την ίδια -ούτε καν την δική του- ζώντας συνειδητά αποτραβηγμένος από την δημοσιότητα. Ο Márquez χαρακτηριστικά περιγράφει πως μαζεύονταν οι συγγραφείς γύρω από τον Pynchon παρακολουθώντας τον με δέος από μακριά, τις σπάνιες φορές που έβγαινε από το σπίτι όπου έγραφε κλεισμένος έστω για να αγοράσει τσιγάρα και να τους δώσει την ευκαιρία να τον δουν στα κλεφτά.

Όση ώρα γράφω, ακούγοντας τη φωνή του Baker να μιλάει μέσα από το ντοκιμαντέρ, ο Charles Bukowski -που ποτέ δε σταματάει να πίνει μπύρες στο πλάι μου- από το πίσω μέρος του μυαλού μου φωνάζει ξανά και ξανά “find what you love and let it kill you”. O Chet Baker έπεσε -υπό την επήρεια ηρωίνης- από το παράθυρο του ξενοδοχείου που έμενε στο Άμστερνταμ χωρίς να μάθουμε ποτέ αν ήταν ατύχημα, δολοφονία ή αυτοκτονία, οπότε μάλλον ο Τσινάσκι έχει τα δίκια του. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ο Chet έζησε όπως ήθελε –έχοντας από μικρό παιδί ένα δόντι να λείπει από το μοναδικό του χαμόγελο – κι εμείς απολαμβάνουμε τη μουσική που άφησε πίσω του παίρνοντας μια γεύση από την μπλε θάλασσα για την οποία ήταν γεννημένος να κολυμπήσει. Ίσως τελικά να μην είναι ζήτημα επιλογής αλλά πεπρωμένου. Who can figure jazz out anyway…

ΦΡΑΝΣΗ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ

Η Φράνση Παπουτσάκη γεννήθηκε το 1976 στη Νεάπολη Εξαρχείων, κάτω από τον αστερισμό του Σκορπιού. Ως φύση αντικοινωνική σπούδασε Κοινωνιολογία. Όταν δεν γράφει, αρθρογραφεί. Όταν δεν αρθρογραφεί, μεταφράζει την γραφή της Francine Queen. Τα μεγάλα της πάθη εκτός από την πένα της είναι η κιθάρα της, η blues μουσική, ο βωβός, ο retro και ο cult κινηματογράφος, οι πολεμικές τέχνες και η yoga πρακτική την οποία βιώνει και διδάσκει κι έτσι σώζεται ο κόσμος από την οργή της.