Απογοήτευση, προδοσία, ξεπούλημα. Τρεις λέξεις που μπορούν να χαρακτηρίσουν το στραπάτσο που έφαγε ο καθένας από μας, κάποια στιγμή στη ζωή του, από την αγαπημένη του μπάντα. Κάποιοι τους δικαιολόγησαν, κάποιοι τους έδωσαν ακόμα μια ευκαιρία ενώ κάποιοι άλλοι δεν κοίταξαν ποτέ ξανά πίσω τους. Εμείς ρωτήσαμε μερικούς από σας να μας πείτε τη γνώμη σας.

Χειμώνας 2003. «This Left Feels Right», CD & DVD στα χέρια μου από τους λατρεμένους μου Bon Jovi. Spoilers τότε δεν είχαμε, το μόνο που ήξερα ήταν ότι είχαν κάνει “remix” στις μεγαλύτερες επιτυχίες τους. Δεν φανταζόμουν τι θα ακολουθούσε.

Βάζω με αγωνία το πρώτο τραγούδι, «Wanted Dead Or Alive». Περιμένω να τα «σκάσει» κάποια στιγμή, αλλά μένω με μία απαλή soft-rock εκτέλεση…χμμ. Δεύτερο τραγούδι «Livin’ On A Prayer», μπαλάντα… με γυναίκα…Τι έγινε ρε παιδιά; Πώς θα βραχνιάσω εγώ στο OOOHHHH Living on a prayer οεο; Τσουλάω τα τραγούδια να φτάσω στο «It’s My Life», τραγούδι ζωής, καρδιάς. Στα 4 πρώτα δευτερόλεπτα θέλω να βάλω τα κλάματα ΤΙ ΑΚΟΥΩ ΘΕΕ ΜΟΥ! Πώς θα τραγουδήσω εγώ με όλη μου τη δύναμη don’t bend don’t break baby don’t back down;
Το έκλεισα, καταρρακώθηκα. Όλη μου η -μέχρι τότε- ζωή, συνδεδεμένη με τα solo του Ricky, τη βραχνάδα του Jon και τη βούρτσα των μαλλιών για μικρόφωνο, έγινε μία γλυκανάλατη μπαλάντα, χωρίς δύναμη χωρίς ψυχή….

Το CD μπήκε ξανά στη θήκη του και δεν ξανάπαιξε ποτέ. Η μόνη ας πούμε παρηγοριά ήταν μία συνέντευξη του Jon Bon Jovi αργότερα στον Larry King όπου ζήτησε συγγνώμη από τους fans, που τους κατέστρεψε τις αναμνήσεις. For what it’s worth…

(Ακόμα και τώρα που έγραφα για αυτό, ξεκίνησα να ακούω αυτό το CD. Δεν άντεξα όμως γιατί ξαναέζησα την ίδια ακριβώς απογοήτευση. Κάποια τραγούδια γράφτηκαν απλά για να ξελαρυγγιαζόμαστε σαν να μην υπάρχει αύριο…
Τζίνα Βιδάλη 

Πρώτο σοκ πριν καν ακούσω ούτε νότα… Τι έπαθε το logo σας ρε παιδιά; Και αλήθεια τώρα, αίμα με σπέρμα; Είναι αυτό θέμα για εξώφυλλο metal album; Μετά το πρώτο άκουσμα του δίσκου, ένιωσα μπερδεμένος, εκνευρισμένος και είχα την αίσθηση ότι ο Hetfield θα γελούσε με σαδιστική ευχαρίστηση αναλογιζόμενος τα αισθήματα που προκαλούσε στους οπαδούς η ακρόαση του «Load».

Μπορεί να έχουν περάσει 20 και πλέον χρόνια αλλά ακόμα θυμάμαι το καλοκαίρι του 1996 και την πολυαναμενόμενη τότε κυκλοφορία του νέου album των Metallica. Όλοι οι fans της μπάντας είχαμε υψηλές προσδοκίες. Και γιατί όχι άλλωστε; Μετά από τρία albums που καθόρισαν την εξέλιξη του metal, όλοι περιμέναμε ότι η νέα δουλειά των Metallica θα έκανε το μυαλό μας να εκραγεί. Ήμασταν έτοιμοι για κάτι που θα αναζωογονούσε την αγαπημένη μας μουσική, όπως έκανε το «Black Album».
Και ποια ήταν τελικά η «επιβράβευση» της αναμονής μας; Το «Load».
Πρώτο σοκ πριν καν ακούσω ούτε νότα… Τι έπαθε το logo σας ρε παιδιά; Και αλήθεια τώρα, αίμα με σπέρμα; Είναι αυτό θέμα για εξώφυλλο metal album; Μετά το πρώτο άκουσμα του δίσκου, ένιωσα μπερδεμένος, εκνευρισμένος και είχα την αίσθηση ότι ο Hetfield θα γελούσε με σαδιστική ευχαρίστηση αναλογιζόμενος τα αισθήματα που προκαλούσε στους οπαδούς η ακρόαση του «Load».
Όλοι αναρωτιόμασταν. Είναι τούτο το album metal; Η ετυμηγορία της τότε πλειονότητας απεφάνθη πως όχι. Hard rock, rythm n blues, ακόμα και country επιρροές, μας οδήγησαν στο να καταδικάσουμε τότε τους Metallica. Κάποιοι τους καταδίκασαν και για την στροφή στη θεματολογία των στίχων τους. Και ορισμένοι ακόμα και για τη στιλιστική αλλαγή στην εμφάνισή τους. Όλα αυτά βέβαια προ 20ετίας. Έκτοτε, πέρασαν τα χρόνια, οι Metallica κυκλοφόρησαν άλλα 4 album, το metal αναπροσδιορίστηκε με τη δημιουργία αμέτρητων παρακλαδιών και πλέον οι οπαδοί του metal είμαστε νομίζω, λιγότερο απόλυτοι στην κρίση μας.
Τα τραγούδια του «Load» ακούγονται σήμερα με άλλο «αυτί». Και φυσικά αρκετά τραγούδια του album έχουν πλέον πάρει τη θέση που τους αξίζει στις προτιμήσεις μου.
Εντέλει μετά από 20 χρόνια -και μετά από αμέτρητες ακροάσεις- το «Load» χωρίς να είναι ένα από τα καλύτερα album των Metallica, είναι η δουλειά που κατέδειξε περισσότερο από κάθε άλλη, την εκπληκτική τους ικανότητά  να εξελίσσονται και να αλλάζουν, ώστε να παραμένουν στην πρώτη γραμμή εδώ και 35 χρόνια.
Δημήτρης Μάγγας

Η μετριότατη και διεκπεραιωτική κατά την γνώμη μου live απόδοση των Paradise Lost στην περιοδεία φόρο τιμής στο υπέρτατο «Draconian Times» κάπου στα 2011, λίγο έλειψε να αποτελέσει και την τελευταία φορά που θα τους έβλεπα. Πλην του Mackintosh, που σταθερά στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, οι λοιποί προεξάρχοντος του Holmes μου φάνηκαν ράθυμοι και άνευροι. Ευτυχώς προέκυψε η τελευταία τους περιοδεία για την προώθηση του «The Plague Within» και η εμπιστοσύνη μου στις ζωντανές εμφανίσεις τους αποκαταστάθηκε (για τους δίσκους δεν τέθηκε ποτέ τέτοιο θέμα, ακόμα και το Host στην πορεία μου άρεσε για αυτό που είναι).
Γιώργος Ζάικος

Δεν θεωρώ αρνητικό να αλλάζει ένα συγκρότημα τον ήχο του, πόσο μάλλον όταν δισκογραφεί συχνά. Όταν οι Overkill στα 90s υπηρετούσαν περισσότερο το groove από το thrash γούσταρα γιατί το κάνανε καλά. Το πραγματικό πρόβλημα έρχεται όταν ξεμένεις από έμπνευση και από καλά τραγούδια. To «Bloodletting» του 2000 εμπίπτει σε αυτή ακριβώς την κατηγορία. Σε σύνολο 10 τραγουδιών με το ζόρι ξεχωρίζουν 3 από ένα δίσκο που δε σου αφήνει κάτι στο τέλος της ακρόασης του. Απότομη προσγείωση μετά το πολύ καλό «Νecroshine» αλλά ευτυχώς μία κακή παρένθεση καθώς με το «Killbox 13» ξαναμπήκε το νερό στο αυλάκι χωρίς έκτοτε να παρεκκλίνουν ποιoτικά.
Κώστας Κόνδης

Πήγα στον κολλητό με έκδηλη την ανυπομονησία για το νέο πόνημα του Rock n Rolf, έχοντας ήδη φάει μια μικρή ψυχρολουσία από το ΠΙΟ-ΆΘΛΙΟ-ΔΕ-ΓΙΝΕΤΑΙ εξώφυλλο (περασμένοι Andreas Marschall και διηγώντας τους να κλαις). Και ακούμε τα κομμάτια. Και είναι το ένα χειρότερο από το άλλο.

Όταν ήμουν πολύ μικρή μου άρεσαν οι Rolling Stones και είχα αγοράσει ό,τι δίσκο είχαν κυκλοφορήσει ως τότε.. Δεν τους είχα δει ποτέ γιατί τότε δεν υπήρχαν MTV, YouTube και τέτοια, μόνο φωτογραφίες στο Ποπ και Ροκ. Μια μέρα έγινε προβολή των βίντεο τους από live στο Ροδον και ΚΑΤΑΦΕΡΑ να πείσω τον πατέρα μου να με πάει να τους δω …
Με τις πρώτες σκηνές που είδα πάγωσε το αίμα μου. Ο Mick Jagger κόκκαλο αδύνατος να κουνιέται με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο πάνω κάτω, ο πατέρας μου δίπλα να αρχίσει τα καντήλια που τον έφερα να δει την παλιοαδελφη, τον ξεδιάντροπο κτλ. κτλ, εγώ να τον παρακαλάω να μη φύγουμε, εκείνος να ουρλιάζει, οι διπλανοί να του ουρλιάζουν να σκάσει, ο κόσμος να ουρλιάζει… Και κάπως έτσι με πήρε σηκωτή και φύγαμε…
Δεν θυμάμαι αν ξαναεπαιξα δίσκο τους από τότε ούτε αν τους ξανάκουσα με την ίδια αγάπη … Ίσως δεν με απογοητεύσαν οι ίδιοι ακριβώς αλλά στα μάτια ενός μικρού παιδιού εκείνης της εποχής οι σκηνές φάνηκαν πολύ extreme πραγματικά ..
Ελίνα Εγγλέζου

Σε καμιά περίπτωση δεν θα έλεγα ότι η μπάντα από το Long Island των ΗΠΑ με έχει «απογοητεύσει». Αγάπησα τόσο τον ήχο τους, το στίχο τους, την ατμόσφαιρα των τραγουδιών τους, τον «κόσμο» στον οποίο με μεταφέρει η μουσική τους. Θα έλεγα ότι από τον πρώτο ομώνυμο δίσκο (1972) μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 με το «Imaginos» (1988), έχουν ό,τι χρειάζεται να έχει μια μπάντα για να την απολαμβάνω κάθε φορά με την ίδια ένταση. Από εκεί και μετά, δισκογραφικά δεν έχουν κάτι να μου δώσουν. Μια μικρή απογοήτευση ήρθε. Ίσως ήταν τόση η δύναμη της τροχιάς που διήνυσαν που μοιραία ήρθε η πτώση.
Γωγώ-Μαρία Βαΐτση

Λοιπόν, που λέτε, μεγαλύτερη τόγκα από το «Shadowmaker» των Running Wild δεν πρέπει να φάγαμε τα τελευταία χρόνια. Μιλάμε για μια περίοδο κατά την οποία ο καπετάνιος υιοθέτησε glam θυρεούς και ψευδώνυμο (άκου εκεί TT Poison, αν έχεις το θεό σου), το τελευταίο Running Wild («Rogues en Vogue») αμφιβάλλω αν θα το θυμάται και κανείς, και μετά από αρκετά χρόνια όπου η κανονική του μπάντα ήταν στον πάγο, ανακοίνωσε τη δισκογραφική τους επιστροφή. Πήγα στον κολλητό με έκδηλη την ανυπομονησία για το νέο πόνημα του Rock n Rolf, έχοντας ήδη φάει μια μικρή ψυχρολουσία από το ΠΙΟ-ΑΘΛΙΟ-ΔΕ-ΓΙΝΕΤΑΙ εξώφυλλο (περασμένοι Andreas Marschall και διηγώντας τους να κλαις). Και ακούμε τα κομμάτια. Και είναι το ένα χειρότερο από το άλλο. Δε θυμάμαι τίποτα μετά το «Me and the boys, we make the noise» (κάποτες τραγούδαγες «pile of skulls, conspiracy, beware of the revealing key, no dance or joy, no harmless spree, no chance for you to hide or flee»…), αλήθεια. Δίσκος που δεν κάνει ούτε για σουβέρ στο σπίτι της θείας σου, μου τον έβγαλε και σε box… Στο λάκκο, μόνον.
Απόστολος Τζώτζης

Η ανακοίνωση της απόφασής τους να ρίξουν άγκυρα ήταν μαχαιριά στην καρδιά. Οι Running Wild ήταν το πρώτο συγκρότημα που λάτρεψα. Είχα μεγαλώσει μαζί τους και για αυτό θεώρησα υποχρέωσή μου να βρεθώ «στην τελευταία τους συναυλία» το 2009 στο Wacken. To πειρατικό θα σάλπαρε για το τελευταίο του ταξίδι κι εγώ ήθελα να είμαι εκεί. Όπως κι έγινε. Μετά το τέλος της εμφάνισής τους τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα. Θα έλεγα μάλιστα ότι η χαρά μου που τους ξαναείδα για πρώτη φορά μετά την τελευταία συναυλία τους το 1991 στο ΡΟΔΟΝ ήταν μεγαλύτερη από τη λύπη. Ισως επειδή μέσα μου ήξερα ότι αυτή η στιγμή κάποτε θα ερχόταν. Όταν μετά από μόλις ένα χρόνο ανακοίνωσαν την επιστροφή τους δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Το απογοητευτικό «The Shadowmaker» μετέτρεψε το αρχικό μούδιασμα σε θυμό και όσο κι αν λένε ότι η πρώτη γκόμενα δεν ξεχνιέται ποτέ, για μένα τότε κάτι έσπασε μέσα μου. Εχοντας κάνει το σκατό μου παξιμάδι για να τους αποχαιρετήσω αποφάσισα ότι στο επόμενο αντίο δεν θα είμαι εκεί…
Βαγγέλης Παπαγεωργίου

Πήγαινα στο κοντινό μου δισκάδικο καθημερινά περιμένοντας την άφιξη της νέας δουλειάς των Queensryche που είχα λατρέψει στον υπερθετικό βαθμό με τα τρία προηγούμενα LPs τους. Δεν περίμενα πως θα έμενα με το στόμα ανοιχτό για όλους τους λάθους λόγους

Είναι εύκολο να κράξεις μια αγαπημένη σου μπάντα, ειδικά όταν αποχωρεί από τις τάξεις τις ένα άτομο με τις αφίσες του οποίου έχεις μεγαλώσει! Αυτό όμως δεν συνέβη στην περίπτωση των Kamelot, μιας και ο Tommy Karevik και φωνάρα είναι – και φοβερός frontman!
Αυτό που με έκανε να ξεχάσω είναι ότι η μπάντα που έγραφε ανατριχιαστικους ύμνους (ακόμα και στις πιο μπούρδες με τον Khan, ένα «My Train of Thoughts» θα υπήρχε..), έφτασε να κάνει ντουέτα με την bimbo/γλάστρα με τα μπλε μαλλιά και να γράφει τραγούδια για την 15χρονη Γκοθομεταλού της γειτονιάς σου… ΑΣΤΑΔΙΑΛΑ.
Γιώργος Γιουρούσης

Ξεκινώντας από την απαραίτητη διευκρίνιση ότι το «προδομένος» είναι σχετικό όταν μιλάμε για μουσική, σκέφτομαι ένα πολύ αγαπημένο γκρουπ των προηγούμενων δεκαετιών, τους Queensrÿche. Με εξαιρετικές δουλειές μέχρι το 1990, με σταθερή σύνθεση και ήχο καταπληκτικό, το -κατώτερο των προσδοκιών- «Promised Land» του ’94 ήταν ένα «στραβοπάτημα» που το είχα συγχωρέσει. Υπήρχε όμως αδημονία για το επόμενο βήμα που έπρεπε να είναι σημαντικό, πραγματικά καλό. Και την άνοιξη του ’97 βγαίνει το «Hear In The Now Frontier»… Τα πρώτα σχόλια είναι παγωμένα, αλλά όταν ακούω το CD είμαι σχεδόν σοκαρισμένος: δυσκολεύομαι να βρω ένα κομμάτι της προκοπής, πιέζομαι για να ακούσω ολόκληρο το album μονορούφι. Είναι άθλιο, τίποτα δεν θυμίζει το group, ο ήχος, οι συνθέσεις τραγικές. Αμέσως μετά ο DeGarmo φεύγει, είναι η αρχή του (ουσιαστικού) τέλους, τίποτα δεν θα είναι όπως παλιά…
Χαρίλαος Καλογιάννης

Τελικά είναι πιο δύσκολο να γράψω για μεγάλες απογοητεύσεις, δυσκολότερο κι από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις. Ίσως γιατί είναι αρκετές οι απογοητεύσεις μετά από τόσα χρόνια, αλλά κι επειδή αισθάνομαι πιο μπερδεμένος όταν προσπαθώ να ιεραρχήσω τις αρνητικές μου εμπειρίες. Θα μπορούσα να αναφέρω την βουτιά στο γκρεμό των Bon Jovi, κάτι που δεν θα ξάφνιαζε τους φίλους μου, ίσως το χαστούκι που έφαγα ακούγοντας το «Load», όπως πολλοί, ή ακόμα και το πιο cult ξενέρωμα με το «Scarsick» των Pain of Salvation. Θα μπορούσα να γράψω για τόσα συγκροτήματα που διέλυσαν ενώ τα λάτρευα, από τους Heaven’s Gate ως τους Cinderella, ή για τον Ritchie Blackmore που μετά το θεϊκό «Stranger In Us All» αλλαξοπίστησε, ή που ακόμα χειρότερα, αποφάσισε να επιστρέψει με κάτι προσβλητικό στο παρελθόν του. Τελικά όμως αυτό που πιστεύω πως με είχε ξενερώσει περισσότερο, ήταν το «Hear In The Now Frontier» όταν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία μια όμορφη μέρα, τον Μάρτιο του 1997. Πήγαινα στο κοντινό μου δισκάδικο καθημερινά περιμένοντας την άφιξη της νέας δουλειάς των Queensryche που είχα λατρέψει στον υπερθετικό βαθμό με τα τρία προηγούμενα albums τους. Δεν περίμενα πως θα έμενα με το στόμα ανοιχτό για όλους τους λάθους λόγους, διότι αυτό που άκουγα δεν ήταν συνέχεια της μπάντας που θαύμαζα για την μουσική τους ιδιοσυγκρασία, ή την εφευρετικότητά τους και την έξυπνη χρήση της μελωδίας στην καινοτόμα μουσική τους. Ήταν ένα άδειασμα του παρελθόντος κι αν δεν ήταν το «Sp00l» στο τέλος, ίσως και να το είχα πετάξει από τα νεύρα μου. Ο ήχος που κάνει ακόμα και σήμερα τα αυτιά μου να πονάνε ακούγοντας το «Get A Life». Λέω ακόμα και σήμερα, αφού τα υπόλοιπα «αριστουργήματα» που ακολούθησαν («Tribe», «Q2K», «American Soldier», «Dedicated To Chaos») το έκαναν να φαίνεται σαν… διαμάντι στην δισκογραφία τους. Κρίμα το εξώφυλλο ρε Hugh!
Γιώργος Κουκουλάκης

Το συγκρότημα που λάτρευα ήταν στη σκηνή για 120 λεπτά, αλλά ο χρόνος πραγματικής μουσικής ήταν δεν ήταν ο μισός. Ο υπόλοιπος αναλώθηκε σε ανούσια σόλο και ύμνους για την Ελλάδα, το κοινό και τις γυναίκες από τον μεγαλύτερο ποζερά που έβγαλε το metal.

Νομίζω είναι η απορία μου εδώ και 18 χρόνια περίπου. Ήταν κάπου στα τέλη του 1996 όταν έπεσε στα χέρια μου το «Dusk And Her Embrace». Από τη πρώτη στιγμή η ατμόσφαιρα και οι βγαλμένες από τα έγκατα της αβύσσου κραυγές του Dani Filth, κατάφεραν να με κερδίσουν. Ακούγοντας αργότερα τα «The Principle Of Evil Made Flesh» και «Vempire» λέω τελικά… NAI! Το Black Metal μπορεί να έχει ποιότητα! Η συνέχεια ακόμα καλύτερη. Tο μαγικό «Cruelty And The Beast», το αξεπέραστο «From The Cradle To Enslave» και η ωριμότητα του «Midian», να σε αφήνουν με ανοιχτό το στόμα (και λιώμα στο πάτωμα του Ροδον, για όσους ήμασταν εκεί). Και πάνω που λες πως εδώ έχουμε το μεγαλύτερο όνομα των εποχών στο Majestic Black Metal, αποφασίζει ο κ. Dani να βγάλει στη φόρα την αλαζονεία, τη ματαιοδοξία και για πολλούς, την κακία που έχει μέσα του και να καταφέρει με συνεχόμενες αλλαγές μελών σε κάθε (ΜΑ ΚΑΘΕ) νέα δισκογραφική δουλεία, ώστε τίποτα να μη θυμίζει αυτό το ένδοξο παρελθόν! Όπως ήταν φυσικό με τέτοια αστάθεια και πειράματα, το group μίκρυνε, για άλλους πάλι χάθηκε. Φτάνοντας στο σήμερα σκέφτεσαι πριν κάποια χρόνια τι μουσικά διαμάντια σου έχουν χαρίσει απλόχερα οι Cradle Of Filth και σαν φανατικός τότε οπαδός αναρωτιέσαι… Γιατί ρε Dani;
Κώστας Μερεντίτης

Είναι 21 Νοεμβρίου 1992, η ημέρα που έμπαινε τέλος σε μια αναμονή πολλών χρόνων, η ημέρα που αυτό που κάποτε φάνταζε σαν όνειρο γινόταν πραγματικότητα. Οι Manowar έρχονται επιτέλους στην Ελλάδα! Το ΣΕΦ είναι σχεδόν γεμάτο και όλοι μας περιμένουμε να απολαύσουμε «την μπάντα που παίζει τόσο δυνατά όσο κανένας». Δύο ώρες μετά τη στιγμή που ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Manowar έφευγα από το στάδιο με ένα τεράστιο κενό μέσα μου. Το συγκρότημα που λάτρευα ήταν στη σκηνή για 120 λεπτά, αλλά ο χρόνος πραγματικής μουσικής ήταν δεν ήταν ο μισός. Ο υπόλοιπος αναλώθηκε σε ανούσια σόλο και ύμνους για την Ελλάδα, το κοινό και τις γυναίκες από τον μεγαλύτερο ποζερά που έβγαλε το metal. Από μια δεξαμενή επτά albums ακούσαμε μόλις 12 τραγούδια, σε ένα setlist φτωχό και άνευρο, σχεδόν προσβλητικό, αφού αγνοήθηκαν κομμάτια που σε έκαναν… να σκίζεις τις προβιές σου. Οι Manowar ήρθαν στην Ελλάδα άλλες τρεις φορές. Δεν πήγα σε καμία…
Αλέξανδρος Μανιάτης

Ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε τρία, αλλά έντεκα ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται αυτές τις μέρες από την κυκλοφορία του «10.000 Days» των Tool και η αναμονή για τον διάδοχό του καλά κρατεί. Από τον Μάιο του 2006 μέχρι σήμερα ο κύριος Keenan και η παρέα του φροντίζουν να μένουν στην επιφάνεια υποβάλλοντάς μας σε ένα βασανιστήριο χωρίς τέλος. Εχουμε πήξει στις ανακοινώσεις, στα λόγια και στις διαρροές. «Ξέρουμε» τίτλο, αριθμό κομματιών, ακόμα και τη διάρκεια του νέου LP, αλλά μέχρι εκεί. Αλλά από πράξεις, τι γίνεται; Γιατί τα υποκατάστατα (βλ. Puscifer) δεν αρκούν κύριε Keenan. Ειλικρινά αν η μπάντα είχε κρατήσει μια πιο ταπεινή στάση όλο αυτό το διάστημα, δεν θα με πείραζε. Όμως, με αυτά και με αυτά αισθάνομαι τόσο προδομένος που μόνο η κυκλοφορία ενός μεγαλειώδους album θα μπορέσει να σβήσει αυτό το συναίσθημα του συνεχούς εμπαιγμού.
Κώστας Κερκουλάς

Στην τρυφερή ηλικία των 11 χρονών πρωτάκουστα το «Somewhere In Time» των Iron Maiden, τον δίσκο που άλλαξε για πάντα την ζωή μου. Εννοείται τα επόμενα 2 χρόνια άκουσα τα ΑΠΑΝΤΑ (Lps, singles, b-sides) που είχε βγάλει η Βρετανική μπάντα και πραγματικά από τον πρώτο μέχρι και τον έβδομο (τότε) δίσκο το ένα διαμάντι (σε σύνολο) διαδεχόταν το άλλο. Και αφού έχουμε φτάσει στο 1990 ανακοινώνεται ο όγδοος δίσκος των Maiden… «No Prayer For The Dying».
Αν και δεν έχω δει ποτέ τα «φιλαράκια» μια φράση τα λέει όλα…. WHY GOD WHYYY???? Είχε φανεί από την αρχή… No Adrian Smith no party… Πόσο ΚΑΚΟΣ δίσκος (σε σχέση με τι είχε προηγηθεί). Μα να μην χωνεύετε με τίποτα ο ρημαδιασμένος. Να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου στην τρυφερή ηλικία των 14 ότι χρειάζεται να τον ακούσω παραπάνω φόρες αλλά ΜΑΤΑΙΑ! Μακράν ότι χειρότερο είχαν-έχουν βγάλει. Και εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι. Αν το «No Prayer For The Dying» είχε βγάλει μια οποιαδήποτε άλλη μπάντα θα ήταν ένας πολύ κάλος δίσκος. Αλλά ΟΧΙ για Maiden και ειδικά μετα το «Seventh Son Of A Seventh Son».
Άντε να πω ότι το single «Holy Smoke» και το «Bring Your Daughter To The Slaughter» σώζονται…. Μετά το χάος! Νομίζω ότι ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση από τους Iron Maiden. Μέχρι να ανακοινωθεί μερικά χρόνια αργότερα ότι και ο Bruce Dickinson θα αποχωρούσε. The rest is history
Υ.Γ: Ακόμα και δίσκο με διασκευές Britney Spears να κυκλοφορήσουν θα «καταναλώσω» και βανίλια και CD. Είπαμε αρρώστια!
Γιώργος Βραχνός

Το πείραμα κατ’ εμένα δεν πέτυχε. Το album στερείται συνοχή τελικά. Σε κάποια σημεία είναι πολύ προφανές το «ας γράψουμε και ένα reggae να τραγουδήσει ο Toots Hibbert και ένα που να πανκιζει για τον Elvis Costello κλπ.«

Tο αγαπημένο μου συγκρότημα που με απογοήτευσε ήταν οι Metallica. Το κορυφαίο στο χώρο του heavy-thrash, αλλά και με τις ιδιαίτερες μελωδίες, οι οποίες κάνανε το κάθε τραγούδι και το κάθε άλμπουμ ξεχωριστό. Όλα αυτά μέχρι και το δίσκο «…And Justice For All». Από το μαύρο album άρχισε ο κατήφορος σε πιο εμπορικό πιασάρικο metal και η πλήρης απογοήτευση από τα επόμενα LPs «load» και «Reload» μέχρι και σήμερα. Το συγκρότημα, το οποίο υπήρξε σχολείο στον ήχο του metal, έχασε για πάντα την ταυτότητά του με απρόσωπες εκδόσεις και φτηνιάρικες συνθέσεις του ποδαριού, έτσι για να βγει το μεροκάματο-αγγαρεία. Το «Hardwired… To Self-Destruct» δεν μπήκα καν στον κόπο να το ακούσω.
Αλέξανδρος Κολώνας

Αν ρωτήσεις έναν κλασικό οπαδό των Kreator πότε απογοητεύτηκε από τους Γερμανούς θα σου απαντήσει κατά πάσα πιθανότητα «όταν κυκλοφόρησαν το «Outcast» και το «Endorama». Εγώ πάλι, που έβλεπε πάντα θετικά τους πειραματισμούς τους απογοητεύτηκα από την εμφάνιση τους στο Rockwave τον Ιούλιο του 2013. Η απόδοσή τους ήταν μεν εξαιρετική, παρότι έπαιζαν με ντάλα ήλιο στους 35 βαθμούς, η επιλογή όμως των κομματιών έχριζε βελτίωσης μιας και ήταν κατά 70% βγαλμένα από το νέο τότε «Phantom Antichrist». Δεν θα είχα καμία ένσταση σε αυτό αν δεν είχαν προωθήσει ήδη, 8 μόλις μήνες πριν, το εν λόγω LP στην προηγούμενη εμφάνισή τους επί Ελληνικού εδάφους. Διπλή προώθηση μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα θεωρώ πως είναι too much και θα μπορούσε την δεύτερη φορά να γίνει σε μικρότερο βαθμό και να επιλεγούν περισσότεροι ύμνοι του παρελθόντος.
Πάνος Γεωργόπουλος

Από μικρός τα μουσικά μου ακούσματα δεν συνδυάζονταν και πολύ. Από την μία ήταν ο Βασιλιάς Elvis, και οι Beatles που χάρη στην μητέρα μου μπήκανε στη ζωή μου και από την άλλη το hard rock που ανακάλυψα παρέα με τον αδερφό μου με συγκροτήματα όπως οι Kiss και οι Black Sabbath. Έτσι άρχισα να συνδυάζονται και να εναλλάσσονται οι μουσικές, ειδικά όταν λίγο αργότερα «ήρθανε» οι country ήρωες όπως οι Hank Williams, Johnny Cash, Waylon Jenicks. Φτάνοντας στο southern blues rock των Fabulous Thunderbirds, Stevie Ray Vaughan, Ted Nugent και πολλών άλλων.
Αυτό που θυμάμαι ως μουσικές «απογοητεύσεις» των νεανικών μου χρόνων ήταν οι αποχωρήσεις των Peter Criss & Ace Frealy, από τους Kiss (αγαπημένο μου group, τους έχω δει 3 φορές στις Ιταλία, Ελλάδα, ΗΠΑ) γιατί πάντα οι Kiss βγάζανε προς τα έξω την έννοια της ομάδας -παρέας- οικογένειας!!! Πράγμα για το οποίο νομίζω ότι είναι πετυχημένοι έως και σήμερα. Άλλη μουσική απογοήτευση για μένα ήταν η αποχώρηση του Ozzy Osbourne από τους Black Sabbath μετά το «Never Say Die». Με τους Sabbath Είχα μεγάλη τρέλα!!! O Dio ήταν υπέροχος ΑΛΛΑ Με τον Οzzy οι Sabbath, για μένα συνδύαζαν τον αυθεντικό τους ήχο, με το classic rock look της εποχής. Μετά την αποχώρηση του αυτό άλλαξε, πράγμα που δεν μου άρεσε!!!

Ένα τελευταίο… Ήταν η αποχώρηση του Jimmy Vaughan, ιδρυτικό μέλος των Fabulous Thunderbirds το 1990, και έτσι όταν τους είδα live το 92 χωρίς αυτόν νευρίασα, αλλά το group έπαιξε απίστευτα! Ελπίζω να μην αλλάξει πότε η σύνθεση των ΥΠΕΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΩΝ ZZ TOP, γιατί αυτό δεν θα το αντέξω! (χαχαχαχαχαχα).
Ανδρέας Χριστόπουλος

Το album κυκλοφόρησε το 2013 μετά από την κυκλοφορία προσωπικού LP του Warren Haynes το 2011 και τέσσερα χρόνια μετά το προηγούμενο studio album τους «By A Thread». Όλο αυτό το διάστημα η μπάντα περιόδευε πολύ όπως συνηθίζει ενώ ο Warren έπαιζε πάντα και στους Allman Brothers που ήταν ακόμα ενεργοί και παράλληλα εμπλεκόταν σε πολλά άλλα projects.

Σε αυτόν τον δίσκο προσπάθησε να αντλήσει έμπνευση από το να καλέσει άλλους τραγουδιστές γράφοντας ένα τραγούδι για τον καθένα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα διπλό CD με το ένα να περιέχει εκτελέσεις με τον καλεσμένο καλλιτέχνη να τραγουδά το τραγούδι που ο Warren έγραψε για εκείνον και το άλλο τις εκτελέσεις των ίδιων τραγουδιών με φωνητικά του Warren. Το πείραμα κατ’ εμένα δεν πέτυχε. Το LP στερείται συνοχή τελικά. Σε κάποια σημεία είναι πολύ προφανές το «ας γράψουμε και ένα reggae να τραγουδήσει ο Toots Hibbert και ένα που να πανκιζει για τον Elvis Costello κλπ.».

Πάντα οι Mule κινούνταν με άνεση ανάμεσα σε είδη, αλλά εδώ αυτό φάνηκε πολύ επιτηδευμένο και κατά παραγγελία. Κάποια κομμάτια είναι και από πλευράς έμπνευσης και στίχων κάτω από το επίπεδο της μπάντας. Οι στίχοι στο «Stoop So Low» μοιάζουν βγαλμένοι από τη reality τηλεόραση. Το τραγούδι δεν σώζεται ούτε από τη συμμετοχή του Dr. John στο CD με τους καλεσμένους.
Παρόλα αυτά, το album περιέχει και μερικά καλά κομμάτια που θα πρέπει να παίζονται live από τη μπάντα όπως το captured και το προσωπικό αγαπημένο από τον δίσκο «Bring On The Music»
Γιώργος Φερτάκης

Οι Paradise Lost εκείνη τη μακρινή εποχή του βινυλίου, της κασέτας και των δισκοπωλείων, ήταν μια αποκάλυψη για μένα, όταν τυχαία αγόρασα το «Gothic» την ημέρα της κυκλοφορίας του. Δεν τους γνώριζα, αλλά με μαγνήτισε το εξώφυλλο του album και ο τίτλος του.

Ήταν εποχές που το ένστικτο του μουσικόφιλου δεν διαβρωνόταν από τα κοινωνικά δίκτυα και τα downloads. Ακόμα θυμάμαι το σοκ της πρώτης ακρόασης. Ένας καινούργιος ηχητικός, εικαστικός και λογοτεχνικός κόσμος αναδύθηκε με αφορμή το άλμπουμ αυτό και με κάποια ακόμα εκείνης της εποχής (My Dying Bride, Anathema, Tiamat, Nocturnus κ.λπ.).

Ως γνωστόν για τους Paradise Lost ακολούθησε ένα καταπληκτικό ετήσιο σερί κυκλοφοριών με τα: «Shades Of God» (1992), «Icon» (1993), «As I Die» (EP 1993), «Seal The Sense» (EP 1994) και την κορύφωση με το «Draconian Times» (1995). To 1997 φάνηκαν ακόμα πιο έντονα τα σημάδια της αλλαγής της μπάντας με το πολύ καλό -αλλά συνάμα διαφορετικό- «One Second». Είχε όμως συναίσθημα, είχε καλά τραγούδια και όσοι δεν αναζητούμε μουσική με ταμπέλες εκτιμήσαμε εκείνο το LP.
Όμως, το 1999 σε προσωπικό επίπεδο δεν μπορούσα να πω το ίδιο για το «Host». Η απογοήτευση μεγάλη. Όχι γιατί δεν έπαιζαν αυτό που θα ήθελα να ακούσω, αλλά γιατί οι Paradise Lost ήταν πλέον συγκρότημα που ακολουθούσε έχοντας χάσει τη θέση του οδηγού. Θυμάμαι να βάζω το CD (νέες εποχές, νέα ήθη). Δεν μπορεί. Κάποιο λάθος έγινε. Κάποια βλάβη θα έχει το στερεοφωνικό. Πού είναι οι κιθάρες και εκείνα τα σπαρακτικά leads; Πού είναι το συναίσθημα; Η σκοτεινιά; Η μελαγχολία; Αμίλητος άκουσα το album. Δεν ήταν Paradise Lost. Περισσότερο κάτι σαν παραμορφωμένοι Depeche Mode έμοιαζαν.

Το «Host» ήταν το album που ράγισε τον σύνδεσμό μου με την μπάντα. Έχασαν τον δρόμο τους και την ταυτότητά τους. Ευτυχώς, από κει και μετά σιγά σιγά βρήκαν τον εαυτό τους, έβγαλαν καλούς δίσκους, επανέφεραν τα μοναδικά τους στοιχεία και έκαναν την ολική τους επαναφορά με το «The Plague Within». Το «Host» ήταν μια από τις μεγαλύτερες μουσικές μου απογοητεύσεις. Όχι μόνο για τον ήχο, αλλά για τη μεταμόρφωση των Paradise Lost σε κάτι που δεν ήταν. Γιατί οι Paradise Lost είναι κάτι περισσότερο από μια μπάντα. Είναι ένα ζοφερό σύμπαν.
Παναγιώτης Κάπος

R NEWS TEAM
ROCK YOUR LIFE NEWS TEAM - THE ROCK DAILY POST