10 χρόνια μετά τον θάνατο του Syd Barrett, το rockyourlife.gr θυμάται τον άνθρωπο που έφτιαξε τους Pink Floyd αλλά προδόθηκε από τη σχιζοφρένια.

Δέκα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Roger Keith «Syd» Barrett, όμως στην πραγματικότητα τα χρόνια της απουσίας του ανθρώπου που επηρέασε με τη σύντομη καριέρα του τόσους και τόσους μουσικούς είναι πολύ περισσότερα. Το ιδρυτικό μέλος των Pink Floyd έσβησε την Παρασκευή 7 Ιουλίου 2006 σε ηλικία 60 ετών στο σπίτι του στο Κέμπριτζ, όπου είχε αποσυρθεί για πάνω από τρεις δεκαετίες. Ως αιτία θανάτου του προσδιορίστηκαν ορισμένες επιπλοκές που σχετίζονταν με τον διαβήτη, μια ασθένεια που, εκτός των άλλων, είναι πολύ κοινή μεταξύ των ατόμων που υποφέρουν από κάποια ψυχική ασθένεια. Στην περίπτωση του Syd η ασθένεια αυτή ήταν η σχιζοφρένεια…

Με μόλις… ενάμισι album με τους Pink Floyd (το «The Piper at the Gates of Dawn» του 1967 και συμμετοχή στο «A Saucerful Of Secrets» ένα χρόνο αργότερα) και δύο προσωπικές δουλειές, ο Barrett είναι αναμφίβολα από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που κατάφεραν να αφήσουν πίσω τους μια μουσική κληρονομιά, το μέγεθος και η σημασία της οποίας είναι αντιστρόφως ανάλογη της δισκογραφικής του παρουσίας. Το ψυχεδελικό, δραματικό, γεμάτο αντιθέσεις και βίαιες εναλλαγές ρυθμών παίξιμό του δημιούργησε σχολή. Μπορεί να μην είχε την τεχνική του Eric Clapton, ήξερε όμως να φέρνει την κιθάρα του στα όριά της. Πολλοί ήταν αυτοί που τον συνέκριναν με τον Jeff Beck, τον Lou Reed και τον Hendrix, με την υποσημείωση ότι του έλειπε μόνο η συνέπεια για να τους φτάσει. Όμως εκείνος ισορροπούσε επικίνδυνα μεταξύ πραγματικότητας και παραισθήσεων, μεταξύ μιας φήμης που συνεχώς μεγάλωνε και των παραισθησιογόνων μέσω των οποίων προσπαθούσε την διαχειριστεί, επιβαρύνοντας ταυτόχρονα τη σχιζοφρένειά του.

SydBarrettFloydΔεν χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τη μουσική των Pink Floyd για να καταλάβει πόσο σημαντικό υπήρξε το σύντομο πέρασμα του Syd Barrett από τα μουσικά δρώμενα και η συμβολή του στην έκρηξη της βρετανικής σκηνής της δεκαετίας του ’60. Αρκεί να δει με τι σεβασμό και αναγνώριση αναφέρονταν σε αυτόν καλλιτέχνες όπως ο David Bowie, ο Pete Townshend και πολλοί άλλοι ακόμα. Πάνω από όλα όμως ήταν η στάση των υπόλοιπων μελών των Floyd, οι οποίοι παρά το γεγονός ότι λόγω της κατάστασής του τους είχε φέρει στα όρια της απόγνωσης, εκείνοι δεν τον ξέχασαν ποτέ. O Barrett ήταν πάντα στη σκέψη και στα τραγούδια τους.

Η σκηνή που περιγράφει ο δημοσιογράφος Terry Kirby σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στον Independent λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Barrett, είναι χαρακτηριστική: Ήταν Ιούνιος του 1975 και οι Pink Floyd ηχογραφούσαν το «Wish You Were Here» στα Abbey Road Studios του Λονδίνου. Το πρωί εκείνης της ημέρας ο David Gilmour παντρεύτηκε κι έτσι έπρεπε να συγκεντρωθούν το βράδυ για να βάλουν τις τελευταίες πινελιές στο album. Ένας εύσωμος, με ξυρισμένο κεφάλι και φρύδια κύριος εμφανίστηκε την ώρα που το συγκρότημα έπαιζε το «Shine On You Crazy Diamond». Στην αρχή δεν τον αναγνώρισε κανείς, όμως το θέαμα ενός τύπου με κάπως εκκεντρικό look, που χοροπηδούσε πάνω κάτω με μια… οδοντόβουρτσα να προεξέχει από το στόμα του δεν ήταν κάτι που βλέπεις κάθε μέρα. Όταν ο Roger Waters συνειδητοποίησε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο παλιός του φίλος, το «crazy diamond» για το οποίο μιλάει το τραγούδι, κατέρρευσε.

Ο Rick Wright είπε αργότερα σε μια συνέντευξη: «Θυμάμαι τον Roger (σ.σ: Waters) να κλαίει με λυγμούς μέσα στο studio… το ίδιο κι εγώ. Δεν μας άρεσε καθόλου που τον είδαμε σε αυτήν την κατάσταση μετά από χρόνια όπου δεν είχαμε καμία επικοινωνία, αλλά και μόνο το ότι ο Syd μπήκε στο στούντιο την ώρα που παίζαμε το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν σοκαριστικό. Σύμπτωση, κάρμα, μοίρα, ποιος ξέρει… Σε κάθε περίπτωση, ήταν ένα πολύ δυνατό συναίσθημα». Όταν τα πράγματα ηρέμησαν συνέχισαν να παίζουν το τραγούδι και όταν τέλειωσαν ο Waters ζήτησε τη γνώμη του Syd για αυτό. «Ακούγεται κάπως παλιό», αποκρίθηκε εκείνος πριν φύγει από το στούντιο. Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που κάποιο μέλος των Pink Floyd τον είδε από κοντά.

Εξίσου χαρακτηριστικός όμως της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει λόγω της σχιζοφρένειας είναι και ο τρόπος με τον οποίο o Syd αποτέλεσε παρελθόν από τους Pink Floyd. Το συγκρότημα, στο οποίο είχε ήδη ενταχθεί ο David Gilmour που σήκωνε πλέον και το μεγαλύτερο βάρος στα live λόγω της αδυναμίας του Syd να ανταποκριθεί (ή της ακατάσχετης μανίας του να αυτοσχεδιάζει υποχρεώνοντας τα υπόλοιπα μέλη απλώς να τον παρακολουθούν), ήταν κυριολεκτικά καθ οδόν για μια συναυλία στο Πανεπιστήμιο του Southampton. Ο 70χρονος σήμερα μουσικός αποκάλυψε το 1995 σε συνέντευξή του στο περιοδικό Guitar World τους διαλόγους μεταξύ των υπόλοιπων Floyd: «Δεν θα περάσουμε να πάρουμε τον Syd;», αναρωτήθηκε κάποιος. «Ας μην μπούμε στον κόπο», ήταν η απάντηση. Ωστόσο, δίσταζαν να του πουν ότι οι… υπηρεσίες του δεν ήταν πλέον απαραίτητες στο συγκρότημα που ο ίδιος δημιούργησε. Ο Rick Wright, ο οποίος εκείνη την περίοδο ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα με τον Syd, ήταν ακόμα πιο αποκαλυπτικός στη βιογραφία «Α Very Irregular Head»: «Αρχικά ήταν πολύ ενοχλητικό. Αναγκαζόμουν να του λέω ότι πεταγόμουν για τσιγάρα, ενώ στην πραγματικότητα πήγαινα να παίξω σε κάποια συναυλία. Αργότερα βέβαια, κατάλαβε κι εκείνος τι συνέβαινε…». Ήξεραν όμως πολύ καλά ότι αν ήθελαν να συνεχίσουν να υπάρχουν ως μπάντα, ο Syd έπρεπε να φύγει. Ήθελαν να διευρύνουν τους ορίζοντές τους, να δοκιμάσουν νέα πράγματα, κάτι που απαιτούσε συνέπεια και αφοσίωση που ο άρρωστος Barrett δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να «εγγυηθεί».

Το τέλος ήρθε το 1968, λίγο μετά τα 22α γενέθλια του Syd και σύμφωνα με τον Tim Willis, βιογράφο του Barrett, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο ίδιος το κατάλαβε πραγματικά. Είχε μεσολαβήσει η αποτυχημένη προσπάθεια να τον πείσουν να έχει έναν ρόλο ανάλογο με αυτόν του Brian Wilson στους Beach Boys, δηλαδή να πάψει να περιοδεύει και να περιοριστεί στα συνθετικά και… στουντιακά του καθήκοντα. Το διάστημα που ακολούθησε ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για όλους και κυρίως για τον Gilmour, ο οποίος έπρεπε να αντιμετωπίσει και τις ξαφνικές… επισκέψεις του Barrett στα live των Pink Floyd, όπου στεκόταν μπροστά του στη σκηνή και του φώναζε «αυτό είναι το δικό μου συγκρότημα!».

SydBarretLPinsideΤην επόμενη διετία, ο Barrett, επικουρούμενος από τους Gilmour και Waters, έκανε δύο solo albums, τα «The Madcap Laughs» και «Barrett», που κυκλοφόρησαν το 1970. Σύμφωνα μάλιστα με τον Jerry Shirley, ο οποίος έπαιξε drums και στους δύο αυτούς δίσκους, το πρώτο ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πίεσης που άσκησαν τα δύο μέλη των Pink Floyd στον φίλο τους ώστε να στρωθεί και να γράψει μουσική. Οι ίδιοι μάλιστα ανέλαβαν και την παραγωγή του, όμως η εμπειρία της συνεργασίας με τον Barrett ήταν τραυματική για τον Waters, ο οποίος μετά την ολοκλήρωση του «The Madcap Laughs» εγκατέλειψε λέγοντας «φτάνει πια, δεν μπορώ να το ξαναπεράσω αυτό! «, αφήνοντας στον Rick Wright να κάνει… την βρώμικη δουλειά στο «Barrett». Και τα δύο LPs πάντως εκτιμήθηκαν από τον κόσμο για το κέφι και την τρέλα τους, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν παρά η μουσική απεικόνιση της ψυχικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο κατά τα άλλα χαρισματικός μουσικός.

Στις 6 Ιουνίου 1970 έκανε την πρώτη και τελευταία solo εμφάνισή του, στο Music and Fashion Festival στο Kensington, παίζοντας μόλις τέσσερα τραγούδια πριν ακουμπήσει την κιθάρα του κάτω και εξαφανιστεί από προσώπου Γης, για να γίνει ξανά ο Roger Keith Barrett αφήνοντας οριστικά πίσω του τον Syd, στον οποίο αναφερόταν έκτοτε σε τρίτο πρόσωπο. Όπως μάλιστα έγραφε ο Nick Kent στο περιοδικό Creem, το 1973, «o Syd Barrett, ο άνθρωπος που ο Roger Waters θεωρεί ως έναν από τους καλύτερους μουσικοσυνθέτες στον κόσμο, εργάζεται σήμερα ως part time κηπουρός στο Κέμπριτζ…».

Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1967, οι Pink Floyd περιόδευσαν στις ΗΠΑ για πρώτη και τελευταία φορά με τον Barrett στη σύνθεσή τους. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο L.A, προσκλήθηκαν από την μπάντα του Alice Cooper, μετά από παραίνεση του κιθαρίστα Glen Buxton, ο οποίος είχε ενθουσιαστεί ακούγοντας το ντεμπούτο των Floyd «The Piper At The Gates Of Dawn». Αυτό που έχει όμως ενδιαφέρον είναι η εικόνα του Barrett στη διάρκεια του δείπνου όπως την περιέγραψε ο ίδιος ο Buxton: «Δεν θυμάμαι να έβγαλε ούτε λέξη από το στόμα του. Όχι επειδή ήταν σνομπ ή κάτι τέτοιο, απλά ήταν πολύ περίεργος. Θυμάμαι ότι ξαφνικά του έδωσα τη ζάχαρη, εκείνος κούνησε απλά το κεφάλι του σαν να λέει «ευχαριστώ» όμως στην πραγματικότητα δεν τον είχα ακούσει να μου τη ζητάει. Όλα έγιναν τηλεπαθητικά, δεν μου έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο». Θυμάται ακόμα πόσο η γενικότερη κατάσταση του Barrett δυσκόλευε το υπόλοιπο συγκρότημα: «Είχε γίνει ανυπόφορος για τους άλλους. Μου έλεγαν ότι πήγαινε στις συναυλίες χωρίς την κιθάρα του, την οποία συνήθως ξεχνούσε στο ξενοδοχείο που έμεναν στον προηγούμενο σταθμό της περιοδείας τους. Άφηνε τα λεφτά του ακόμα και μέσα στο αεροπλάνο. Δεν σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Έμοιαζε περισσότερο λες και είχε κατέβει από τον Άρη».

Αυτή είναι ίσως η μαρτυρία που περιγράφει πιο γλαφυρά την πορεία χωρίς επιστροφή που είχε πάρει ο Barrett, ένας καλλιτέχνης που κανείς δεν ξέρει ποια θα ήταν η πορεία του αν δεν ήταν σχιζοφρενής. Όπως επίσης κανείς δεν ξέρει αν η ασθένειά του ήταν ένας παράγοντας που τον έκανε τόσο δημιουργικό, έστω και για τόσο μικρό χρονικό διάστημα…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΛΟΣ
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...