Posted On 10 Μαΐου 2017 By In ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Προτεινόμενα With 4595 Views

Τελικά γιατί οι οπαδοί της σκληρής μουσικής σέβονται τόσο πολύ τους Depeche Mode;

Λίγες μέρες πριν τη συναυλία τους στην Αθήνα, το rockyourlife.gr εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι Depeche Mode είναι ένα από τα πιο αγαπημένα, μετά τους Beatles, pop συγκροτήματα των metalheads

Θα σας διηγηθώ τη σχολική ιστορία ενός φίλου μου. Είναι μια διασκεδαστική ιστορία, ενδεικτική του που μπορούσε να φτάσει ο πόλεμος των μουσικών φυλών τη δεκαετία του 1980, και ένας ύμνος στην ευρηματικότητα του ανθρώπου που δεν θέλει να τον βρουν τα σκάγια.

Αυτός ο φίλος ήταν ένα από τα χιλιάδες παιδιά της εποχής του. Όπως όλα τα παιδιά, ενδιαφερόταν για τη μουσική, έβλεπε τον Γιώργο Γκούτη στο Μουσικόραμα, αλλά δεν ήταν από αυτούς που ξημεροβραδιάζονταν στα δισκάδικα ή αγόραζαν όλα τα μουσικά περιοδικά που έπεφταν στα χέρια τους. Σας περιγράφω με λίγα λόγια τον μέσο μαθητή λυκείου που άκουγε Duran Duran, Wham!, Culture Club και δεν είχε σχέσεις με μουσικές φυλές, ούτε ήθελε να αποκτήσει.

Παρόλα αυτά, όποιος παρατηρούσε την σχολική τσάντα του θα έβλεπε το logo των Dio, το οποίο ήταν τόσο καλοσχεδιασμένο που τράβαγε τα βλέμματα. Το παλικάρι δεν άκουγε Dio – μπορεί να μην ήξερε ούτε ποιος ήταν ο τραγουδιστής τους- αλλά το λογότυπο του συγκροτήματος ήταν στρατηγικά τοποθετημένο για να τον προστατεύει από την καζούρα των μεταλάδων της γειτονιάς και του σχολείου. Βλέπετε, ένα πράγμα δεν άντεχε ο μέσος μεταλάς των 80’s, και αυτό ήταν η pop της εποχής, με τα synths, το μακιγιάζ, τις περίεργες κομμώσεις και όλα τα υπόλοιπα. Κυρίως δεν άντεχε τα synths, επειδή γούσταρε τις κιθάρες και η μουσική χωρίς κιθάρες ήταν μόνο για τα κοριτσάκια και τους φλώρους. Μέσες άκρες έτσι σκέφτονταν οι περισσότεροι.

Συνεπώς, τα synthpop συγκροτήματα της εποχής, είτε τα σπουδαία όπως οι Human League είτε τα ασήμαντα όπως οι Kajagoogoo, έμπαιναν στο ίδιο τσουβάλι και χλευάζονταν ανελέητα, μαζί με όσους τα άκουγαν. Μόνο ένα συγκρότημα δεν μπήκε στο τσουβάλι. Αυτοί ήταν οι Depeche Mode, στους οποίους οι μεταλάδες έδειχναν πάντα μεγάλη συμπάθεια. Δεν πρόκειται απλά για την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, αλλά για κάτι πολύ πιο βαθύ. Οι Depeche Mode είναι κομμένοι και ραμμένοι για να αρέσουν στους οπαδούς του heavy metal.

Τι έχουν να πουν όμως στο μεταλλικό κοινό τέσσερις τύποι που στην καλύτερη περίοδο της καριέρας τους σχεδόν δεν άγγιξαν κιθάρα, που στις επιρροές τους συμπεριλαμβάνονταν οι Kraftwerk και ο Gary Numan και που φαινομενικά ακολουθούσαν εντελώς παράλληλους δρόμους  με τα σκληρά συγκροτήματα της εποχής τους;

Η απάντηση είναι απλή. Ο ηλεκτρονικός ήχος των Depeche Mode δεν ήταν ποτέ ίδιος με τον ήχο των υπόλοιπων συγκροτημάτων που ανεβοκατέβαιναν στα charts. Στους καλύτερους δίσκους των πρώτων χρόνων τους, ήταν δωρικοί, επιβλητικοί, δεν χάριζαν pop χαμόγελα και κινούνταν με άνεση στο βιομηχανικό τοπίο που δημιούργησαν. Ναι, οι Depeche Mode ήταν ένα mainstream pop συγκρότημα, άλλα έμοιαζαν παράταιροι στο χαρούμενο και πολύχρωμο περιβάλλον της εποχής. Και ο οπαδός της σκληρής μουσικής μπορούσε να διακρίνει κάτι από τον δικό του κόσμο σε τραγούδια όπως το “More Than A Party”, το “Master And Servant” ή το “A Question Of Time”.

Η σχέση έγινε ακόμα πιο θερμή, όταν οι Depeche Mode αποφάσισαν ότι και οι κιθάρες ταιριάζουν στον ήχο τους. Το “Personal Jesus”, το “I Feel You” και πολλά άλλα τραγούδια της δεύτερης φάσης της καριέρας τους έχουν όλα τα στοιχεία με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί κάθε οπαδός του heavy metal, δηλαδή δυνατές κιθάρες, blues επιρροές και σκοτεινές ερμηνείες. Και όχι μόνο να ταυτιστεί, αλλά και να χρησιμοποιήσει τους Depeche Mode ως επιχείρημα για να αποκρούσει την αβάσιμη κατηγορία ότι είναι ένας μουσικά μονολιθικός τύπος ανθρώπου που βγαίνει έξω από τα νερά του όταν δεν προστατεύεται από το μεταλλικό καβούκι του. Σε αυτό βοήθησε και ο Dave Gahan, ο οποίος έπεσε με τα μούτρα στη rock πόζα. Μάκρυνε τα μαλλιά του, αποκάλυψε τα tattoos στο σώμα του και επιστράτευσε ολόκληρο το οπλοστάσιο των κινήσεων που μετατρέπουν έναν frontman σε rock Θεό. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, η σκηνική παρουσία των Depeche Mode παραπέμπει πολύ περισσότερο στην κλασική rock παράδοση. Δείτε οποιοδήποτε live τους των τελευταίων 15 χρόνων, συγκρίνετε το με το “101” και θα καταλάβετε την αλλαγή.

Οι Depeche Mode θα έχαναν μεγάλο μέρος της γοητείας τους χωρίς την ιδιαίτερη οπτική για τις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσουν στους στίχους τους. Περιγράφουν έναν άκρως ανταγωνιστικό κόσμο, στον οποίο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου, είτε μιλάμε για ερωτικές σχέσεις είτε για έναν απλό καβγά στο δρόμο. Αυτή την αποθέωση του Δαρβίνου τη βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας και στην παραδοσιακή heavy metal στιχουργική, σε χιλιάδες τραγούδια που υμνούν την ανωτερότητα στο πεδίο της μάχης, στο δρόμο ή στο κρεβάτι. Απλά η διατύπωση είναι διαφορετική και πιο ωμή. Αν θέλουμε, ωστόσο, να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να πούμε ότι οι Depeche Mode πηγαίνουν ένα βήμα πιο πέρα. Ασχολούνται και με τις επιπτώσεις των ψυχολογικών power games, την μετάνοια και τις τύψεις. Αυτό, ομολογουμένως, δεν είναι το φόρτε των στίχων του heavy metal.

Πέρα από τη μουσική και τους στίχους, οι Depeche Mode έχουν κερδίσει τον σεβασμό επειδή είναι διαχρονικοί. Όταν μιλάμε για μουσική, οι φίλοι του σκληρού ήχου και του κλασικού rock εκνευρίζονται με το εφήμερο, που είναι βασικό χαρακτηριστικό της pop. Μισούν τους one hit wonders που αστράφτουν για λίγο και μετά τους χάνουμε για πάντα, ενώ εκτιμούν πολύ τη διάρκεια και τη σταθερότητα, ακόμα και αν από ένα σημείο και μετά τα χρόνια βαραίνουν το αγαπημένο τους συγκρότημα. Οι Depeche Mode είναι ένα τέτοιο συγκρότημα που, επιπλέον, κάνει στην καριέρα του αυτό που καταλαβαίνει καλύτερα ο οπαδός του metal, δηλαδή βγάζει δίσκους και περιοδεύει σε όλο τον κόσμο χωρίς να διανθίζει την καριέρα του με πολλές και εξεζητημένες παράλληλες δραστηριότητες. Μιλάμε για μια μπάντα παλαιάς κοπής, από αυτές που οι οπαδοί τους θέλουν να τις βλέπουν να γερνούν και να γερνούν και οι ίδιοι μαζί τους.

Το αποτέλεσμα της εκτίμησης στους Depeche Mode το έχουμε δει στις δεκάδες διασκευές των τραγουδιών τους από συγκροτήματα ολόκληρου του φάσματος του σκληρού ήχου, από τον Sammy Hagar μέχρι τους Samael. Αυτός είναι ο πιο σπουδαίος φόρος τιμής που μπορεί να τους αποδώσει κάποιος. Και ξαναγυρνάω στην ιστορία του φίλου μου, για να σας πω πως τελείωσε. Κάποια στιγμή ήρθε μούρη με μούρη με τους μεταλάδες της γειτονιάς, οι οποίοι αφού θαύμασαν το λογότυπο στην τσάντα του, τον εξέτασαν στο μάθημα της ιστορίας του Dio. Απέτυχε παταγωδώς και ακολούθησε άγριο κυνηγητό στους δρόμους. Αν είχε φτιάξει το λογότυπο των Depeche Mode θα πέρναγε μια χαρά μαζί τους.

Άλλες 10 σκληρές διασκευές σε τραγούδια των Depeche Mode

 

Στέλιος Βογιατζάκης

Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.