Posted On 2 Μαΐου 2017 By In ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ, Προτεινόμενα With 2680 Views

Τελικά πως κατάφερε η Βουλγαρία να γίνει ένας εντυπωσιακός συναυλιακός προορισμός;

Το rockyourlife.gr προσπαθεί να εξηγήσει τι μπορεί να συμβεί όταν συνδυάζεται ένας γεωγραφικός κόμβος, η επιχειρηματική προοπτική και ένας δήμαρχος, οπαδός της rock μουσικής.

Τη γειτονική χώρα την επισκέφτηκα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, μόλις ενάμιση χρόνο πριν. Η Βουλγαρία είναι η χώρα των μεγάλων αντιθέσεων οι οποίες διαδέχονται εξαιρετικά γρήγορα η μία την άλλη, καθώς τη στιγμή που θα δεις μπροστά σου τη σύγχρονη εκ του εξωτερικού προερχόμενης αλυσίδας εστίασης είναι λίγο πιο κάτω που θα δεις τις κλασικές δεκαπενταόροφες (+) πολυκατοικίες, χαρακτηριστικό δείγμα των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Με το φαινόμενο να γίνεται ακόμα πιο έντονο στην πρωτεύουσα Σόφια, της οποίας το κέντρο δείχνει να προσομοιάζει στις πανέμορφες πλατείες των μεγαλουπόλεων της Κεντρικής Ευρώπης, με πληθώρα επιχειρήσεων, μαγαζιών, πάρκων, μουσείων κλπ, ενώ τα περίχωρα που αρχίζουν μόλις 10 λεπτά με τα πόδια από το κέντρο, θα έχουν υπερβολικά έντονο το φολκλόρ στοιχείο, βγαλμένο μέσα από τις πιο cult στιγμές κάποιου Εμίρ Κουστουρίτσα. Η φτωχολογιά και το ειλικρινές στο πρόσωπο των ανθρώπων των περιχώρων σου δημιουργούν ένα αίσθημα ασφάλειας κι από την άλλη τη βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι της σχετικά φτωχής αυτής χώρας άπαξ και δουν την προοπτική και την ευκαιρία για οποιαδήποτε εξέλιξη σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, δεν πρόκειται να την αφήσουν να περάσει ανεκμετάλλευτη. Το επιχειρηματικό περιβάλλον βοηθά όλο και περισσότερο, η ανεργία έχει μειωθεί σε πρωτοφανή για τη χώρα επίπεδα, σε κάθε περίπτωση κάτι φαίνεται να κινείται εδώ. Αλλά τι ακριβώς είναι, από που προέρχεται, και που οδεύει;

Το rock και το Heavy Metal στη γείτονα χώρα ήταν πάντα μια πονεμένη υπόθεση. Είναι λογικό πως στα πρώτα της βήματα η ντόπια ροκ σκηνή θα ακουγόταν σαν μία ελάχιστα πιο σκληρή, στα όρια του ska, έκδοση των ethnic ήχων της συνομοταξίας του Goran Bregovic.

Ήταν μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου, όπου έχουμε την πρώτη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας υπό τον Γκεόργκι Δημητρόφ (τον πολιτικό που ψευδώς κατηγορήθηκε από τον Χίτλερ για τον εμπρησμό του Γερμανικού Κοινοβουλίου, σε μια από τις πιο γνωστές false alarm περιπτώσεις της σύγχρονης ιστορίας). Η χώρα είχε περάσει και επισήμως στο σκληρό ανατολικό μπλοκ και θα έφευγε από αυτό κάνοντας τα πιο σημαντικά βήματα προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία, 28 χρόνια πριν, μαζί με την πτώση του τοίχους του Βερολίνου και το κατά Φουκουγιάμα «Τέλος της Ιστορίας». Παρόλα αυτά η ηγεσία της χώρας υπό τον Τόντορ Ζίβκοφ ήθελε να φύγει από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας αρκετά πιο πριν, συγκεκριμένα οι πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση άρχισαν από το 1987. Στη μετάκομμουνιστική της φάση, η Βουλγαρία αποτελεί έναν εξαιρετικό παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή με οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με Ρουμανία και Ελλάδα, σταθερώ Ευρωπαϊκή προοπτική, με ίσες αποστάσεις από ΗΠΑ και Ρωσία. Σε αυτή τη φάση της Ιστορίας της, η χώρα προσπαθεί να κάνει το πολυπόθητο άνοιγμα και στο δυτικό πολιτισμό, κάτι που αποτελεί στοίχημα για σχεδόν όλες τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Πέρα από τις πάμπολλες αμερικανικές και ευρωπαϊκές φίρμες ρουχισμού ή φαγητού που μπορεί κανείς να βρει στην περιοχή, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός των πολλών συναυλιακών δρώμενων, φεστιβάλ κλπ, φαινόμενο που θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε στο παρόν άρθρο.

Ξαφνικά λοιπόν άρχισαν να εμφανίζονται καλλιτέχνες στη χώρα των οποίων το μέγεθος πραγματικά τρομάζει, ακόμα και για την Ελλάδα που δεν ήταν ποτέ τριτοκοσμική συναυλιακά, πόσο μάλλον για την ίδια τη Βουλγαρία

Το rock και το Heavy Metal στη γείτονα χώρα ήταν πάντα μια πονεμένη υπόθεση. Είναι λογικό πως στα πρώτα της βήματα η ντόπια rock σκηνή θα ακουγόταν σαν μία ελάχιστα πιο σκληρή, στα όρια του ska, έκδοση των ethnic ήχων της συνομοταξίας του Goran Bregovic. Εν μέρει εξαίρεση αποτέλεσε ο μεγάλος Georgi Minchev, ο σοβαρότερος εκπρόσωπος του rock στη χώρα με συνεχή δισκογραφική παρούσία από τα μέσα προς τέλη των 90s και μετά, και με το Flower for Gosho Festival να τιμάει τη μνήμη του, λαμβάνοντας χώρα κάθε καλοκαίρι στη Σόφια. Οι δε σοβαρές προσπάθειες στο χώρο του punk και του metal, είτε θα λάβουν χώρα στα μέσα των 90s, είτε θα έχουν σχηματιστεί αρκετά πιο πριν αλλά δε θα υπάρξουν αναφορές για live εμφανίσεις μέχρι το 1990. Συγκροτήματα όπως οι Sevi, Kontrol, Mastilo, Hipodil και οι Brothers in Blood, καθώς επίσης και οι Ahat, BTR και οι Bastardolomey,  σε πιο metal μονοπάτια, θα προσπαθήσουν να χτίσουν κάτι που να προσομοιάζει σε τοπική σκηνή. Είναι όμως φανερό ότι από κάτω κάτι βράζει.

Υπάρχει κινητικότητα και το θέμα είναι ότι εκτός από τα συγκροτήματα, δημιουργείται σιγά σιγά ένας τεράστιος πυρήνας οπαδών, οι οποίοι στα 80s δεν είχαν την εύκολη πρόσβαση στο metal υλικό που καταβρόχθιζε ο δυτικός κόσμος, κάτι που τους κάνει ιδιαίτερα πεινασμένους για δισκογραφία, για live εμφανίσεις, για τη δημιουργία μιας βιωματικής σχέσης με τη σκληρή μουσική που τόσο έλειπε. Και η σχέση και η μουσική η ίδια. Ταυτόχρονα, στο ολοένα και ιδανικότερο επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας, κάποιοι θαραλλέοι θα φέρουν τα πρώτα ξένα μεγάλα ονόματα. Αυτό ήταν. Στη συνέχεια η συναυλιακή δράση στη γείτονα χώρα έλαβε τη μορφή χιονοστιβάδας. Η μαγιά υπήρξε, δόθηκαν τα απαραίτητα εφόδια από το κράτος για την επιχειρηματική προοπτική του θέματος, και ξαφνικά που τον έχανες που τον έβρισκες τον Βαλκάνιο ροκά, θα ήταν είτε στο Στάδιο Λέφσκι είτε στο Kavarna festival.

Ας είμαστε ειλικρινείς και ας πούμε ότι όλες οι παράμετροι αυτής της ιστορίας συνηγορούν στο να γίνει η Βουλγαρία συναυλιακός κόμβος, σε αντίθεση πχ με την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη. Το rock/metal αναλογικά σε σχέση με τη χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερο, καθώς γίνεται κατανοητό πως έχει κορεστεί πλέον η παραδοσιακή ethnic μουσική της χώρας και ο κόσμος διψάει για νέα ακούσματα με τα οποία όπως προαναφέραμε δεν είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή τα προηγούμενα χρόνια. Η δε γεωγραφική θέση της χώρας, και ιδιαιτέρως της πρωτεύουσας Σόφιας, είναι ιδανική ώστε να συγκεντρώσει τη rock κοινότητα από όλες σχεδόν τις μεγάλες Βαλκανικές πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Θεσσαλονίκης της οποίας το κοινό δείχνει μια ιδιαίτερη προτίμηση πλέον για τα live εκεί σε σχέση με τα αντίστοιχα Αθηναϊκά στα οποία έπρεπε να μεταβεί. Μιλάμε για χιλιομετρική απόσταση 200 χλμ λιγότερα σε σχέση με αυτή της Αθήνας και άλλους παράγοντες όπως η φτηνότερη τιμή βενζίνης και αγαθών αφού μεταβεί κανείς τα σύνορα και μετά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού η μετάβαση πλήθος Θεσσαλονικέων στο Sonisphere του 2010 στη Βουλγαρική πρωτεύουσα για τους Big 4 του thrash metal. Και ξαφνικά λοιπόν άρχισαν να εμφανίζονται καλλιτέχνες στη χώρα των οποίων το μέγεθος πραγματικά τρομάζει, ακόμα και για την Ελλάδα που δεν ήταν ποτέ τριτοκοσμική συναυλιακά, πόσο μάλλον για την ίδια τη Βουλγαρία. Vaya Con Dios, Roger Waters, Ennio Morricone, Sting, Sade, George Michael, Madonna, Lady Gaga, Bon Jovi, Bryan Adams, Maiden, Metallica, Anthrax, Megadeth, Slayer και ένα σωρό άλλα ονόματα που έχουν κάνει την Σόφια τον Νο.1 συναυλιακό προορισμό της Νότιοανατολικής Ευρώπης. Και ας πούμε σε αυτό το σημείο πως η jazz κάνει αντίστοιχα μεγάλα βήματα στη χώρα, με το Bansko Jazz Festival να γίνεται ετησίως talk of the town. Και όλος αυτός ο ντόρος είναι όπως φαίνεται μόνο η αρχή.

Στη συνέχεια μια άλλη ευχάριστη έκπληξη ήρθε από τα Ανατολικά της χώρας, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στην πόλη Varna και συγκεκριμένα στο χωριό Kavarna, περίπου 65 χλμ απόσταση από τη μητρόπολη. Και είχε να κάνει αποκλειστικά με το όραμα ενός ανθρώπου, του δημάρχου Tsonko Zdravkov Tsonev, ενός λάτρη της rock και metal μουσικής, που έθεσε εξαρχής ως σκοπό να κάνει την Kavarna την rock πρωτεύουσα της Βουλγαρίας κάτι το οποίο προς τέρψιν όλων των rockers των Βαλκανίων, το κατάφερε. Εκτός των άλλων ήταν ένας κοσμοπολίτης που είχε γυρίσει όλη την Ευρώπη ως παιδί λόγω της εργασίας της μητέρας του αλλά κι ένας ιδιαίτερα δημοφιλής και αποδοτικός δήμαρχος που ώθησε στην ανάπτυξη την πόλη του, μειώνοντας ιδιαιτέρως το ποσοστό της ανεργίας. Όσο για το rock; Ας μιλήσουμε απλά για αυτούς που άρχισαν να εμφανίζονται στην κωμόπολη της Kavarna. Heaven and Hell (Sabbath με Dio), Manowar, Deep Purple, Motorhead και ξαφνικά το Kavarna Rock Festival γίνεται ένας σημαντικότατος θεσμός που κάθε χρόνο μαζεύει πλήθος κόσμου από όλες τις γωνιές της Ευρώπης. Και το party συνεχίζεται με Scorpions, Slayer, Motley Crue (!), Accept, Sodom, Opeth, Kreator κλπ. Τέλος ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στο άγαλμα του Ronnie James Dio στην κεντρική πλατεία της πόλης. Ο Dio είχε τιμήσει την πόλη πέντε φορές για live εμφανίσεις αλλά εκτός των άλλων είχε παίξει το δικό του ρόλο στην υπόθεση της έκδοσης των Βουλγάρων νοσοκόμων από τη Λιβύη, υπόθεση που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη κατά την προηγούμενη δεκαετία.


Λίγο να παρακολουθεί τις εξελίξεις κανείς και μπορεί να κατανοήσει ότι η Βουλγαρία έχει όλο το υπόβαθρο πλέον ώστε να γίνει ένας ιδιαίτερα σημαντικός παίκτης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο σε κοινωνικό οικονομικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο. Οι κάτοικοι της χώρας δείχνουν να είναι ανοιχτοί και να προσπαθούν να αφομοιώσουν ένα σωρό καινούργιες πρακτικές και ενέργειες, ως εκ τούτου οι οικονομικές ανισότητες αναμένεται να μειωθούν καθώς ήδη η ανεργία στην πρωτεύουσα Σόφια βρίσκεται στο 4% ενώ στο Βόρειο τμήμα της χώρας δεν ξεπερνάει το 8%, με ένα σωρό νέες επιχειρήσεις και επενδύσεις να δίνουν ιδιαίτερη πνοή στη χώρα (ο εταιρικός φόρος είναι μόλις στο 10%). Το μέλλον προμηνύεται ιδιαίτερα ελπιδοφόρο και η λογική λέει πως θα παρασύρει και το πολιτιστικό κομμάτι μαζί του. Ας ετοιμαστούμε λοιπόν γιατί έχουμε να δούμε ακόμα πιο πολλά κι ωραία από τη γείτονα χώρα. да тръгваме!

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley και οι Ratt, κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.