Posted On 5 Απριλίου 2017 By In ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Προτεινόμενα With 1199 Views

Τελικά τι πρόσφερε ο Kurt Cobain και ήταν άραγε αυτός που «σκότωσε» το heavy metal;

Γνωρίζουμε όλοι ή έχουμε ακούσει λίγο πολύ για το Club 27. Την κλειστή εκείνη ομάδα καλλιτεχνών που έφυγαν από τη ζωή στα 27 τους χρόνια, κυριευμένοι από τα πάθη τους. Robert Johnson, Hendrix, Joplin, Jim Morrisson, Kurt Cobain, αλλά και τελευταία η Amy Winehouse, για να αναφέρουμε μόνο μερικούς.

Είναι και πολλοί άλλοι όπως ο κιθαρίστας των Rolling Stones ο Brian Jones ο οποίος πνίγηκε (Death by misadventure έγραφε η έκθεση του ιατροδικαστή..), αλλά είναι τα προηγούμενα ονόματα τα οποία έμειναν και θεοποιήθηκαν, τα ονόματα μέχρι σήμερα αποτελούν ιδιαίτερα brands για τα οποία χύνονται τόνοι μελανιού. Με την αφορμή της επετείου του θανάτου του Kurt Cobain, επιχειρείται μια προσέγγιση σε μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες ροκ περσόνες, καθώς επίσης και η προσέγγιση στους μύθους και την πραγματικότητα που έχουν να κάνουν με την grunge παρακαταθήκη. Και την ελληνική προσέγγιση αυτής..

Το πλαίσιο ήταν το πλέον κατάλληλο. Αν δεν υπήρχε ο Kurt Cobain, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε

Στη μουσική ιστορία υπάρχουν άπειρα turning points τα οποία στο 99,9% των περιπτώσεων ακολουθούν τις κοινωνικοπολιτικές επιταγές, κυρίως μέσα από την ανάγκη της κοινωνικής αλλαγής. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης, για του λόγου το αληθές, μιλούσε για το ρόλο της μουσικής όχι μόνο ως μέσο διασκέδασης αλλά ως μέσο διάπλασης του ήθους και της ψυχής. Είναι η συντηρητική μεταπολεμική Αμερική του μακαρθισμού που γέννησε το rock n roll με τη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα. Είναι παράγοντες όπως η μεγάλη ανεργία στις 70s, η ταυτόχρονη απελευθέρωση των γυναικών και το debate περί δικαιωμάτων που έκανε την Αγγλική νεολαία να κουραστεί με τους πειραματισμούς των Pink Floyd και τις μεγαλεπίβολες συνθέσεις των κάθε Led Zeppelin, αναζητώντας απλή μουσική του δρόμου, αναζήτηση που είχε ως αποτέλεσμα την έκρηξη του punk. Ακόμα και στην Ελλάδα είναι η τεράστια μεταχουντική εκτόνωση πίεσης που απελευθέρωσε το συνθετικό μεγαλείο του Μίκη Θεοδωράκη αλλά επίσης έδωσε και τα πρώτα ουσιαστικά ροκ δείγματα με κορυφαίους φυσικά τους Socrates. Και είναι η ίδια κοινωνική ζύμωση που έκανε μεγάλο κομμάτι της νεολαίας να αμφισβητήσει την περίφημη Αλλαγή των αρχών των 80s και να μας δώσει τα κορυφαία και ιστορικά δείγματα του ελληνικού punk. Και τέλος είναι αυτό καθεαυτό το τέλος της ιστορίας το 1989 με την πτώση του Τείχους που έκανε όλη την ανθρωπότητα να κοιτάξει στον καθρέφτη και να αναθεωρήσει. Τόσο αυτά που προηγήθηκαν όσο κι αυτά που έπονται. Το πλαίσιο ήταν το πλέον κατάλληλο. Αν δεν υπήρχε ο Kurt Cobain, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε.

cobainin1

Βρισκόμαστε στο 1986. Οι Bruce Pavitt και Jonathan Poneman ιδρύουν την Sub Pop Records ώστε να στεγάσουν ένα τεράστιο underground κίνημα στην ευρύτερη περιοχή του Seattle. Home Band της εταιρείας θα γίνουν οι φυσικοί πατέρες του grunge, οι Mudhoney, ενώ η πρώτη επιτυχία θα έρθει με την άνοδο των Soundgarden, ενός πολύ δυναμικού γκρουπ που συνδύαζε τον heavy ήχο των μεταγενέστερων Led Zeppelin με την ορμή του πανκ. Γενικότερα η κατεύθυνση της εταιρείας έχει να κάνει με ακατέργαστο ήχο με hard rock και heavy καταβολές, περασμένο μέσα από μια street αισθητική. Πρόκειται για μια underground σκηνή η οποία βράζει. Ταυτόχρονα, νότια του Seattle, στην California, το glam φτάνει σιγά σιγά στο αποκορύφωμα του. Οι Motley Crue ετοιμάζουν την αποθέωση της δικιάς τους υπερβολής, το Dr. Feelgood, οι Poison και οι Ratt είναι στο απόγειο της δόξας τους, ενώ και άλλα groups συνεχίζουν να κυκλοφορούν εξαιρετικές δουλειές που ενίσχυαν το μύθο του Los Angeles. Όλα αυτά τα γεγονότα είχαν τεράστιες κοινωνικές προεκτάσεις που θα οδηγούσαν στην απότομη διακοπή της δυναστείας του hair metal ελάχιστα χρόνια αργότερα. Την με διαφορά πιο έντονη διάλυση μιας ολόκληρης σκηνής που έζησε η ροκ μουσική σε όλη της την ιστορία. Κι όλα ξεκίνησαν περίπου 200 χλμ νότια του Seattle, στο Aberdeen (πατρίδα των Metal Church μεταξύ άλλων). Εκεί οι Nirvana των Cobain και Novoselic, που έχουν δέσει λόγω της αγάπης τους για τους Melvins και έχουν ήδη το Bleach album στο ενεργητικό τους, προσλαμβάνουν τον ταλαντούχο Dave Grohl, υπογράφουν στην δισκογραφική του David Geffen και κυκλοφορούν το Nevermind. Βρισκόμαστε στις αρχές του 1992.

Όλα αυτά όμως αλλάζουν με την κυκλοφορία του Nevermind. Ξαφνικά το glam εξαφανίζεται. Οι παραδοσιακές δυνάμεις του χώρου είτε διαλύονται είτε κυκλοφορούν albums με εντελώς διαφορετική ηχητική προσέγγιση.

Για τα της California δε χρειάζεται να πούμε πολλά παραπάνω καθώς έχουν καταγραφεί με τον πλέον γλαφυρό τρόπο στο Decline of Western Civilization II The Metal Years. Ένα ατελείωτο πάρτυ με κάθε είδους αλκοόλ και ναρκωτικά, ανάμεσα σε αιθέριες υπάρξεις, χοντρούς κυνηγούς ταλέντων και γενικότερα μια extravaganza που όμοια της δεν είχε δει ποτέ ο μουσικός κόσμος. Ταυτόχρονα σε όλον τον κόσμο αλλά εν προκειμένω στις ΗΠΑ, οι δυνάμεις του παραδοσιακού metal και του thrash καλά κρατούν με ένα σωρό συγκροτήματα να φτιάχνουν το όνομα τους κυρίως στη Δυτική μεριά της χώρας, τους Metallica και τους υπόλοιπους να γιγαντώνονται, ενώ αντίστοιχα η Γερμανία κάνει την αντεπίθεση της που την καθιέρωσε στα αυτιά όλων των ακροατών ως πρωτεύουσα του metal στην Ευρώπη, τίτλο που διατηρεί μέχρι σήμερα.

cobainin5

Όλα αυτά όμως αλλάζουν με την κυκλοφορία του Nevermind. Ξαφνικά το glam εξαφανίζεται. Οι παραδοσιακές δυνάμεις του χώρου είτε διαλύονται είτε κυκλοφορούν albums με εντελώς διαφορετική ηχητική προσέγγιση. Αν τυχόν έχεις κιθαριστικά solos στα τραγούδια σου τότε δεν βρίσκεις δισκογραφική να σε υπογράψει ούτε για αστείο. Οι παραδοσιακές heavy metal δυνάμεις παραπαίουν. Αν εξαιρέσεις τους Metallica οι οποίοι μετά το black album εκτοξεύτηκαν σε ύψη που δεν τους άγγιζε πλέον κανένα μουσικό trend, για όλους σχεδόν τους υπόλοιπους είχαμε από διακοπές συμβολαίων μέχρι απογοητευτικούς μουσικούς πειραματισμούς, από μετριότατες κυκλοφορίες έως διάλυση. Ταυτόχρονα η Nirvana Mania έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο και ο Cobain αντιμετωπίζεται σαν Μεσσίας. Να πούμε εδώ πως το grunge ήταν από τα λίγα πραγματικά μουσικά κινήματα τα οποία ήρθαν στη χώρα μας ταυτόχρονα με την εξάπλωση τους στον υπόλοιπο κόσμο και αυτό έχει τη σημειολογία του. Ο metal οπαδός που στα 90s ως έφηβος θα ανακάλυπτε τα διαμάντια περασμένων δεκαετιών θα ερχόταν αντιμέτωπος με ορκισμένους λάτρεις της grunge σκηνής με τους οποίους δε θα έβρισκε κοινό τόπο.

Ο Kurt στη σκηνή θα βγάλει όλη τη νεανική οργή και επιθετικότητα. Πίσω από αυτή είναι ένας ντροπαλός και ευαίσθητος performer για τον οποίο μοιάζει σχεδόν σίγουρο ότι δε θα αντέξει την πίεση της υπερπροβολής που ερχόταν σιγά σιγά.

Δικαιολογείται η Nirvana Mania; Η απάντηση είναι ναι. Με τον πλέον εμφατικό τρόπο. Ήταν ξεκάθαρα η κραυγή απόγνωσης του μέσου Αμερικανού εφήβου. Ήταν η φωνή της πιο έντονης διαμαρτυρίας ότι η δημοφιλής μουσική της εποχής δεν τον εκφράζει. Ηταν η διαμαρτυρία ότι του λείπει το ροκ το επικίνδυνο το αντικομφορμιστικό. Ήταν η διαμαρτυρία που έλεγε ότι η αισιοδοξία των Journey και των Foreigner δεν εκφράζει στο ελάχιστο τις δικές τους ανησυχίες και ανασφάλειες. Ήταν η ίδια η Αμερικανική πραγματικότητα που έκανε το Don’t Stop Believing να ακούγεται σαν ψέμα στα αυτιά τους. Ήταν η διαμαρτυρία ότι το thrash μετά από το αρχικό σοκ που προκάλεσε έφτασε στον κορεσμό και το σκληρό αντικοινωνικό προφίλ του πλέον προκαλούσε χλευασμό αντί να γοητεύει. Ήταν η αντίστοιχη διαμαρτυρία με αυτή των Άγγλων νέων που είχαν φτάσει στα όρια τους με την κουλτούρα των Pink Floyd και των Jethro Tull κι έτσι έφεραν το πανκ στην επικαιρότητα. Και πάνω απ’όλα, ήταν η διαμαρτυρία ότι η υπερβολή της Sunset Boulevard, η ατέρμονη κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών με συνοδεία εντυπωσιακών πλαστικών γυναικών, το πάρτυ που πλασαριζόταν ως απόλυτη τάση στη διασκέδαση και την εκτόνωση της νεολαίας, ήταν τόσο ξένο προς την πραγματικότητα που βίωναν οι αποκλεισμένοι νέοι της αμερικανικής επαρχίας, που το τέλος του glam metal όπως το γνωρίσαμε στο μεγαλύτερο κομμάτι των 80s θα είναι τόσο θορυβώδες που αντίστοιχο χλευασμό δεν είχε αντιμετωπίσει κανένα μουσικό είδος στο παρελθόν, όσο κι αν είχε ξεθωριάσει.


Όλοι αυτοί οι νέοι έψαχναν τον ήρωα τους. Τον προφήτη τους. Τον άνθρωπο που θα πάρει από το χέρι την Generation X (όπως έμεινε γνωστή) και θα της δείξει το δρόμο. Τον άνθρωπο που θα προερχόταν από αυτούς, θα ήταν σαν κι αυτούς και θα τραγουδούσε για αυτούς. Το Nevermind ήταν το ευαγγέλιο. I’m so stupid and contagious και I’m so ugly, that’s ok cause so are you έλεγε ο Kurt και μαζί με το I wish I was special but I’m a creep του Thom Yorke και των Radiohead θα υπογράψει τα 90s για τους νέους της εποχής. Ο κόσμος γύρω αλλάζει. Η ΕΣΣΔ έχει καταρρεύσει κι ο Δυτικός Κόσμος μετά από τον Ψυχρό Πόλεμο περνάει σε μία από τις μεγαλύτερες περιόδους αυτοκριτικής του, μαζί και τα πολιτιστικά τέκνα του. Το Φονικό Όπλο και το Πολύ Σκληρός Για Να Πεθάνει θα δώσουν τη θέση τους στο κάθε Trainspotting κι η ειρωνεία είναι ότι το ίδιο το Trainspotting αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτούς τους νέους των 80s που είχαν τα αδιέξοδα από τα οποία δε μπορούσαν να ξεφύγουν, τους Cobains της Βρετανίας.

Η απίστευτη ειρωνεία και πλάκα ταυτόχρονα είναι ότι ο Cobain πιστώνεται με το θάνατο του hair metal το οποίο ο ΙΔΙΟΣ ο ελληνικός τύπος πολεμούσε συνεχώς. Και μιλάμε για απίστευτα πράγματα, μιλάμε για το χλευασμό φοβερών groups όπως οι Firehouse και οι Winger, την κατηγορία ότι τα περισσότερα συγκροτήματα μετά τους Motley Crue ήταν προκατασκευασμένα, και στο καπάκι να προωθούνται οι Primal Fear, οι αιώνιοι Judas Priest Β’ Εθνικής.

Ο Kurt στη σκηνή θα βγάλει όλη τη νεανική οργή και επιθετικότητα. Πίσω από αυτή είναι ένας ντροπαλός και ευαίσθητος performer για τον οποίο μοιάζει σχεδόν σίγουρο ότι δε θα αντέξει την πίεση της υπερπροβολής που ερχόταν σιγά σιγά. Θυμηθείτε πόσο συνεσταλμένα παρουσίαζε τα τραγούδια στο Unplugged του MTV, σχεδόν ντρεπόταν που τα απέδιδε ζωντανά παρόλο που ήταν δικά του, πόσο μάλλον τις διασκευές σε Bowie και Leadbelly. Αυτός ήταν ο Kurt και στο πρόσωπο του εκατομμύρια νέοι βλέπαν τον ίδιο τους τον εαυτό. Και τον έβλεπαν πολύ περισσότερο ακόμα κι από τον Eddie Vedder (Pearl Jam) και τον Layne Staley (Alice In Chains), με τον μεν πρώτο να έχει το στάτους του ομορφόπαιδου και τον δε Staley, παρά το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, να χαρακτηρίζεται από μια μυστικιστική παρουσία, πολύ πιο δύσκολη να ταυτιστεί κανείς σε σχέση με αυτή του Cobain. Και για την ταυτότητα του ιστορικού λόγου να πούμε ότι ήταν η ίδια παρουσία και ο τσαμπουκάς με τον οποίον ο Staley και οι AIC αντικατέστησαν τους Death Angel (λόγω τροχαίου ατυχήματος των τελευταίων) στην Clash of the Titans περιοδεία, μαζί με Slayer Anthrax και Megadeth και έκαναν τον κόσμο να τους κοιτάει με τα μάτια πεταγμένα. Η Clash of the Titans περιοδεία ήταν σίγουρα το τέλος του thrash metal όπως ο κόσμος το είχε γνωρίσει μέχρι τότε.

cobainin6

Όλα αυτά φυσικά για τον ελληνικό μεταλλικό μουσικό τύπο της εποχής δεν έχουν καμία σημασία, ούτε και για τον μετέπειτα. Δε θα πούμε ονόματα, δε θα θίξουμε οικογένειες, αλλά η ευρύτερη παρέα μας δεν είναι τόσο μεγάλη όσο κάποιοι ίσως πιστεύουνε, οπότε μπορούμε να συνεννοηθούμε άνετα. «Ο Cobain σκότωσε το metal» θα είναι η φράση με την οποία θα γαλουχηθούν γενιές και γενιές οπαδών, οι οποίοι είχαν ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο κοινωνικό στάτους με τον Cobain. Η απίστευτη ειρωνεία και πλάκα ταυτόχρονα είναι ότι ο Cobain πιστώνεται με το θάνατο του hair metal το οποίο ο ΙΔΙΟΣ ο ελληνικός τύπος πολεμούσε συνεχώς. Και μιλάμε για απίστευτα πράγματα, μιλάμε για το χλευασμό φοβερών groups όπως οι Firehouse και οι Winger, την κατηγορία ότι τα περισσότερα συγκροτήματα μετά τους Motley Crue ήταν προκατασκευασμένα, και στο καπάκι full να προωθούνται οι Primal Fear, οι αιώνιοι Judas Priest Β’ Εθνικής. Αλήθεια ποιο metal σκότωσε ο Cobain; Για το ότι μέχρι σήμερα δε μπορούμε να παραδεχτούμε ότι groups όπως οι Soundgarden και κυρίως οι Alice in Chains ήταν heavy όσο δεν πάει, ο Cobain φταίει; Τι ποσοστό της νεολαίας υπήρχε περίπτωση να ταυτιστεί με τον θεατρικό Warrel Dane, τους παραπαίοντες Metal Church (του Hanging in the Balance) και την όλη thrash καρικατούρα, όπως αυτή είχε εξελιχθεί (Μιλάμε για το Seattle και μόνο τώρα, πολύ δε περισσότερο η υπόλοιπη χώρα); Πόσο τυχαίο είναι ότι η metal μπάντα που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή ήταν οι Pantera οι οποίοι σε attitude ήταν οι Nirvana και οι Alice in Chains απλά 20 φορές πιο εξαγριωμένοι; Πόσο τυχαίο είναι ότι είδαμε πληθώρα συναυλιών στη χώρα μας τη δεκαετία του 90, από groups που κάνανε υπερατλαντικά ταξίδια καθώς η χώρα μας ζούσε τα δικά της 80s και οι συγκεκριμένοι στα μέρη τους θα πηγαίναν άπατοι; Πόσο τυχαίο είναι ότι ένα από τα πιο πετυχημένα συγκροτήματα των 90s ήταν οι Paradise Lost των οποίων ο πεσιμισμός δεν θα μπορούσε να έχει θέση στα 80s; Ο Cobain δεν είχε σκοτώσει τίποτα. Αποτελεί το τελευταίο καταγγεγραμμένο μουσικοκοινωνικό turning point και ως τέτοιο είναι λογικό να έχει φανατικούς πολέμιους όπως και οπαδούς, μοδάτους ή μη. Κι ας μη ξεχνάμε πως αν το metal έγινε μόδα κάποτε, αυτοί οι καταραμένοι οι posers φταίνε.


Ο Cobain φεύγει από τη ζωή στις 5 Απριλίου του 1994. Αυτοκτονώντας. Το σοκ ήταν φυσικά τεράστιο για όλον τον κόσμο. Ο Kurt ήταν ο John Lennon της γενιάς του. Όπως το σκαθάρι από το Λίβερπουλ τραγουδούσε για την αγάπη και την ειρήνη εμπνέοντας την προηγούμενη γενιά, έτσι κι ο Cobain μελοποίησε την απόγνωση και τις αγωνίες ολόκληρης της Generation X στο βαθμό που στα 27 του χρόνια λατρευόταν σαν απόλυτος θεός. Δεν το άντεξε. Ήταν φυσικό. Αν μας έχει διδάξει κάτι η ροκ ιστορία είναι ότι διαχείριση της φήμης και όλων όσων επακολουθούν αυτής είναι μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, είναι οι πλέον ανθρώπινες στιγμές που θέλεις να μείνεις μόνος και δε μπορείς, είναι το I can’t pretend a stranger is a long-awaited friend όπως πολύ εύστοχα είχε πει ο Neil Peart των Rush (Στο Limelight από το Moving Pictures του 1981). Πόσο μάλλον για ένα προβληματικό παιδί από την επαρχία που έφτασε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να είναι η φωνή ολόκληρης σχεδόν της Αμερικανικής νεολαίας. Αυτά είναι και που περιέγραφε στον φανταστικό φίλο της παιδικής του ηλικίας, τον Boddah, στο σημείωμα αυτοκτονίας που βρέθηκε δίπλα στο νεκρό κορμί του. Το οποίο τελείωνε με τον αγαπημένο στίχο ενός από τα είδωλα του, του Neil Young. «It’s better to burn out than to fade away». Και αυτό ακριβώς έκανε. Ήταν αυτή του η ενέργεια που τον θεοποίησε και τον έσωσε από μια πιθανή εξέλιξη του να γίνει καρικατούρα του εαυτού του. Οι Nirvana θα θεωρούνται και δικαίως μέχρι σήμερα πολλά παραπάνω από ένα grunge ή punk ή οτιδήποτε συγκρότημα. Ας αναρωτηθεί ο καθένας μας πότε ήταν η τελευταία φορά που έπεσε πάνω σε έναν καλλιτέχνη ή σε ένα συγκρότημα που θα μπορούσε να ηγηθεί όχι απλά μιας σκηνής, αλλά μιας ολόκληρης κοινωνικής τάσης, μιας ολόκληρης γενιάς. Ως τέτοιοι θα μνημονεύονται οι Nirvana. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για κανέναν καλλιτέχνη. Απλά έρχεται με το τίμημα της..

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley και οι Ratt, κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.