Posted On 18 Μαΐου 2017 By In ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Προτεινόμενα With 666 Views

The Dubliners: Το συγκρότημα που έβαλε στα μεγάλα σαλόνια την ιρλανδική μουσική

Για πολλούς, ανάμεσα τους κι ο γράφων, το καλύτερο album των μεγάλων Thin Lizzy είναι το Black Rose του 1979, album στο οποίο αφομοίωσαν πλήρως της επιρροής της παραδοσιακής Ιρλανδικής μουσικής στο μοναδικό ποιοτικό hard rock τους, κυρίως δε στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου.

Το τραγούδι τελείωσε με trivia του Phil Lynott στους μεγάλους της χώρας του, τον Van Morrisson, τον George Best, τον Bernard Shaw, τον Oscar Wilde και τον James Joyce. Ο τελευταίος θεωρείται και όχι άδικα ως ένας από τους μεγαλύτερους και πλέον επιδραστικούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα, με έργα του όπως η Οδύσσεια και το Finnegans’ Wake να θεωρούνται μέχρι σήμερα διαμάντια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα άλλο σημαντικό του έργο είναι η συλλογή διηγημάτων «Οι Δουβλινέζοι – Dubliners» που κυκλοφόρησε το 1914 και αποτελούσε μια εξαιρετική προσέγγιση της Ιρλανδικής μεσοαστικής τάξης της εποχής, σε μια εποχή που η χώρα έψαχνε εναγωνίως να βρει την προσωπική της ταυτότητα κάτως από την αγγλική κυριαρχία, με τον εθνικισμό στα ύψη και στις παραμονές των διαφόρων ματωμένων Κυριακών της Ιρλανδικής ιστορίας, της γιγάντωσης του I.R.A., την περίοδο των Troubles κλπ. Το βιβλίο, παρόλο που σύμφωνα με τους ειδικούς δε συγκρίνεται με τα μετέπειτα αριστουργήματα του Joyce, έχει φανατικούς οπαδούς λόγω της επαναστατικής για την εποχή γραφής του και για τις συγκινητικές περιγραφές διαφόρων περιοχών και συνηθειών του Δουβλίνου και των κατοίκων του. Φανατικοί οπαδοί λοιπόν ήταν και οι κύριοι με τους οποίους θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Η επιρροή των Dubliners στη διάδοση της παραδοσιακής μουσικής της χώρας τους, όχι μόνο στην ίδια την Ιρλανδία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη όπως και στις ΗΠΑ, είναι τεράστια και ήταν δύο ιστορικά τραγούδια τους που κατάφεραν να μπούνε στα charts και να εκτινάξουν τη δημοτικότητα τους στα ύψη, το super hit «Seven Drunken Nights» και το πασίγνωστο «Black Velvet Band»

Βρισκόμαστε στο 1962. Ο ντόπιος μουσικός Ronnie Drew, παρέα με τους φίλους του Luke Kelly, Barney McKenna και Ciarán Bourke θα σχηματίσει τους Ronnie Drew Ballad Group και αρχίσει τις live εμφανίσεις στη θρυλική O’Donoghue’s Pub στο Νότιο Δουβλίνο. Ο Drew πολύ γρήγορα θα θεωρήσει το όνομα του συγκροτήματος παρωχημένο και θα αναζητώντας καινούριο brand θα απευθυνθεί στον Kelly, ο οποίος εκείνη τη στιγμή τελείωνε το Dubliners του Joyce, οπότε η απόφαση ήρθε εύκολα και αβίαστα. Ήταν όλοι τους μέλη της μεσοαστικής τάξης της πόλης, ήταν όλοι τους Dublin Natives και το όνομα έδινε έναν σαφή προσανατολισμό στο group, ότι πρόκειται για folk συγκρότημα που έχει σκοπό να αναβιώσει και να αναδείξει τον σπάνιο πλούτο της Ιρλανδικής μουσικής παράδοσης, τον απίστευτο θησαυρό σε μπαλάντες και folk μουσική που δημιουργήθηκε με την πάροδο των δεκαετιών, ταύτοχρονα με τη συγγραφή της ιστορίας του μεγάλου Ιρλανδικού λαού. H εμφάνιση τους σε φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 1963 και η συμμετοχή τους σε εκπομπή του BBC την ίδια χρονό αποτέλεσαν τα σημαντικότερα γεγονότα της πολύ πρώιμης περιόδου του συγκροτήματος. Πολλά και διάφορα μέλη πέρασαν από τις τάξεις των Dubliners, σίγουρα όμως κανένα δε μπόρεσε να υποσκελίσει τις προσωπικότητες των δυο ιστορικότερων μελών του, των Luke Kelly και Ronnie Drew. O Kelly, γόνος εργατικής οικογένειας έμεινε για τα περισσότερα χρόνια της ανήλικης ζωής του στην Αγγλία, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος και με οικογενειακή ιστορία στη Βρετανική βιομηχανία, καθώς τόσο ο πατέρας και ο αδερφός του όσο και ο ίδιος έκαναν για πολλά χρόνια σχετικές δουλειές. Ο δε Ronnie Drew ήταν μια αρχοντική φυσιογνωμία και ιδιαίτερα ευγενικό πρόσωπο με πολύ εκφραστικά μάτια. έμεινε αρκετά χρόνια στην Ισπανία μελετώντας φλαμένγκο κιθάρα και μάλιστα στην αρχή η φωνή του έφτανε σε ψηλές οκτάβες μέχρι να φτάσει στη γνωστή βραχνάδα με την οποία έμεινε στην ιστορία.


Η επιρροή των Dubliners στη διάδοση της παραδοσιακής μουσικής της χώρας τους, όχι μόνο στην ίδια την Ιρλανδία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη όπως και στις ΗΠΑ, είναι τεράστια και ήταν δύο ιστορικά τραγούδια τους που κατάφεραν να μπούνε στα charts και να εκτινάξουν τη δημοτικότητα τους στα ύψη, το super hit «Seven Drunken Nights» και το πασίγνωστο «Black Velvet Band». Η μπάντα προώθησε την Ιρλανδική μουσική και κουλτούρα σε μέρη που θα θεωρούσε κανείς απίθανο να βρει οπαδούς, παρόλα αυτά ιστορικά έχουν μείνει τα live των Dubliners σε Ολλανδία και Φινλανδία. Παρόλο που ήταν έντονοι υποστηρικτές της ενοποίησης της χώρας με το Βόρειο τμήμα του Ulster, οι Dubliners μετά την απαρχή της περιόδου των Troubles περί το 1969 αναγκάστηκαν να αφαιρέσουν αρκετά τραγούδια από το ρεπερτόριο τους που χαρακτηρίζονταν από επαναστατική διάθεση, θέλοντας όπως γίνεται κατανοητό να κατευνάσουν τα ιδιαίτερα οξυμένα πνεύματα. Τα τραγούδια αυτά ξανακούστηκαν σε ζωντανή εκτέλεση αρκετά χρόνια αργότερα προς το τέλος της καριέρας τους (και της ζωής τους εν μέρει) και ήταν κυρίως τα The Old Alarm Clock»,  «Fields of Athenry» (δοσμένο εξαιρετικά κι από τους Dropkick Murphys στο Blackout του 2003) και κυρίως το θρυλικό έπος «The Foggy Dew» που έχει διασκευαστεί από κόσμο και κοσμάκη, ανάμεσα τους και οι Ιταλοί Epic Metallers Wotan. Εκτός των άλλων η θρησκευτική απήχηση στα της χώρας ήταν ιδιαίτερα έντονη την περίοδο του μεσοπολέμου (καθώς η θρησκεία θεωρούταν κλειδί όσον αφορά τις πολιτιστικές διαφορές με την αποκιοκρατική Αγγλία), με αποτέλεσμα οι θρησκευτικές αρχές να ακυρώνουν πολλά events τα οποία δεν είχαν άδεια, κάτι που έφτασε στο τέλος του εκεί στις αρχές των 60s περίοδο που εμφανίστηκαν οι Dubliners με τους υπόλοιπους αναβιωτές του παραδοσιακού ήχου όπως οι Clancy Brothers, οι Irish Rovers κλπ.

Πρωτεργάτες αυτής της καινούριας σκηνής, ο Drew ο Kelly κι οι υπόλοιποι άνοιξαν τον δρόμο για όλες τις μετέπειτα μεγάλες μπάντες της χώρας, τους Thin Lizzy, τους U2, τους Cranberries και φυσικά τον Rory Gallagher, με τη βοήθεια και του BBC που διέδωσε σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις στη συγκεκριμένη μουσική σκηνή μέσω του ντοκιμαντέρ Bringing it all Back Home που πήρε το όνομα του από τον Bob Dylan και περίεγραφε τη ζωή των Ιρλανδών ανά τον κόσμο και το πως διατηρούσαν επαφή με τη χώρα τους μέσω της μουσικής. Επιπλέον οι Dubliners επανέφεραν στο προσκήνιο πραγματικούς μουσικούς θησαυρούς που ήταν θαμμένοι στα ατέλειωτα Ιρλανδικά λιβάδια και πλέον ξεκινούσαν ένα μεγάλο ταξίδι από τις παμπ του Δουβλίνου προς όλο τον κόσμο και την αναγνωρισιμότητα. Ενδεικτικά αναφέρονται το Rocky Road to Dublin, τραγούδι που μιλάει για την αγροτική τάξη της χώρας και είναι εξαιρετικά δύσκολο να τραγουδηθεί αποτελώντας πρόκληση για τους επίδοξους τραγουδιστές εκεί έξω, το Whiskey in the Jar για το οποίο δε χρειάζεται να πω κάτι καθώς ξέρουμε όλοι τι και πως, το Dirty Old Town που μιλάει για τo προάστιο του Salford έξω από το Manchester και το οποίο έχει αποδοθεί με εξίσου μεγάλη επιτυχία και από τους Pogues του Shane MacGowan, το Parting Glass το απόλυτο τραγούδι αποχαιρετισμού είτε για κηδεία είτε για γάμο όπου οι φίλοι αποχαιρετούν το γαμπρό (εξαιρετική η αντίστοιχη διαφήμιση του Tullamore by the way), το Irish Rover ένα party anthem που μιλάει για την ιστορία του ομώνυμου καραβιού, η μπαλάντα Molly Malone που μιλάει για την ομώνυμη γυναίκα θρύλο φυσικά, το Finnegan’s Wake εμπνευσμένο και αυτό από τον James Joyce, γενικά ένας πλούτος που όμοιο του έχουν δει λίγες χώρες όσον αφορά τη μουσική παράδοση τους.

Ένα πρώτο σημαντικό εμπόδιο στην πορεία της μπάντας θα έρθει με την προσωρινή αποχώρηση του Ronnie Drew στη δεκαετία του 70, ο οποίος ήθελε να περάσει χρόνο με την οικογένεια του. Το δεύτερο θα προέλθει από τον πρόωρο θάνατο του μεγάλου Luke Kelly, μόλις στα 44 του χρόνια, το 1984. Αν και μπαινοέβγαινε στο group για αρκετά, ο Kelly αποτέλεσε με τον Drew το μεγάλο δίδυμο που μνημονεύεται μέχρι σήμερα, ντύνοντας με την ιδιαίτερη ηρωική φωνή του πολλά από τα τραγούδια των Dubliners, με αξέχαστες ερμηνείες αυτή στη ζωντανή εμφάνιση του BBC όπου έπαιξαν το Whiskey In The Jar, την κατά καιρούς εκτέλεση του Rocky Road to Dublin που το έλεγε με έναν τόσο ιδιαίτερο και μαγικό τρόπο, καθώς και το The Town I Loved So Well, ένα από τα κρυφά διαμάντια του group από τον πρώτο του καιρό, τραγούδι που αναφέρεται στην πολύπαθη πόλη του Derry στον Ιρλανδικό Βορρά που βρίσκεται σε μία από τις πιο ταραγμένες περιοχές του νησιού. Το group μετά το θάνατο ενός εκ των φυσικών του ηγετών δεν το βάζει κάτω, και συνεχίζει τις ζωντανές εμφανίσεις με τον Drew μπροστάρη και τη βοήθεια ουκ ολίγων μελών και φίλων. Από όλους αυτούς τους φίλους αξίζει να αναφέρουμε τον ένα και μοναδικό Paddy Reilly, αυτό το αηδόνι με την ανατριχιαστική σαγηνευτική φωνή που έχει χαράξει τη δική του ιστορία στην Ιρλανδική μπαλάντα και που έχει χαρίσει τη φωνή του στην καλύτερη εκτέλεση του Fields of Athenry που έχουμε ακούσει και θα ακούσουμε ποτέ.

Μέχρι και τον θάνατο του Ronnie Drew αρκετά χρόνια αργότερα, η κληρονομιά της μπάντας θα παραμένει και θα απλώνεται σε όλο τον κόσμο, θα έχει φανατικούς οπαδούς σε όλες τις ηλικίες και θα αποτελεί φάρο για την ποιοτική παραδοσιακή ethnic μουσική μέχρι σήμερα. Κάτι εξάλλου που φαίνεται από όλα τα πνευματικά παιδιά των Dubliners. Διότι όποιο folk συγκρότημα κι αν ερωτηθεί θα σου μιλήσει για τους μεγάλους Ιρλανδούς, θα σου μιλήσει για τις καθηλωτικές μελωδίες που το ενέπνευσαν να γράψει μουσική, να χρησιμοποιήσει παραδοσιακά όργανα και μελωδίες, να πειραματιστεί προς μια πιο ethnic κατεύθυνση. Κι αν κάτι τέτοιο είναι φανερό στο celtic punk των Pogues, των Dropkick Murphys (που συνεργάστηκαν με τον Drew στο Flannigan’s Ball του 2007) και των Flogging Molly, ας αναλογιστούμε αν θα είχαν την έμπνευση οι Skyclad, oι Cruachan, oι Primordial, ακόμα και η πληθώρα epic συγκροτημάτων που προσκυνάνε τις μεγάλες στιγμές των Thin Lizzy οι οποίοι με τη σειρά τους πατήσανε σε σημαντικό βαθμό πάνω στους Dubliners. Όσο για την αναγνώριση από κόσμο εκτός της μουσικής, είναι οι αμέτρητες τιμές από την Ιρλανδική πολιτεία, είναι η μετατροπή της κηδείας του Ronnie Drew σε λαϊκό προσκύνημα, είναι η επιμονή του πρώην Γερμανού Καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ να δει τη μπάντα ζωντανά σε επίσκεψη του στο Δουβλίνο, όπου έζησε ως φοιτητής για πολλά χρόνια απολαμβάνοντας τους Dubliners στο ξεκίνημα τους.


Ο Ronnie Drew θα φύγει από τη ζωή στις 16 Αυγούστου του 2008 χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο. Λίγο καιρό πριν, αγνώριστος καθώς είχε ξυρίσει εντελώς το χαρακτηριστικό του μούσι και ήταν φαλακρός λόγω της ασθένειας, θα εμφανιστεί σε ένα πολύ ιδιαίτερο γι’αυτόν event. Διάσημοι Ιρλανδοί καλλιτέχνες, προεξέχοντος των U2 και ιδιαιτέρως του Bono, θα μαζευτούν για να τραγουδήσουν την «Μπαλάντα του Ronnie Drew» τιμώντας έτσι τον μεγάλο καλλιτέχνη για την προσφορά του στα μουσικά δρώμενα της χώρας αλλά και για την επιρροή του στους ίδιους. Ανάμεσα στους δημιουργούς και τραγουδιστές της μπαλάντας ξεχωρίζουν εκτός των U2 η Sinnead O’Connor, ο Chris De Burgh, ο Shane McGowan των Pogues, ο Bob Geldof, ο Joe Elliot των Def Leppard κλπ. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του single πήγαν κατευθείαν στο Ίδρυμα καταπολέμησης του καρκίνου μετά από παράκληση του ιδίου του Ronnie. Όταν λίγους μήνες αργότερα φύγει, όλοι θα μιλάνε για έναν αδαμάντινο χαρακτήρα, για έναν τεράστιο μουσικό, για μια πηγή έμπνευσης όσον αφορά τόσο τη μουσική κληρονομιά, όσο και το ήθος και τη γενικότερη στάση ζωής. Αυτός ήταν ο Ronnie Drew, αυτοί ήταν οι Dubliners, ένα larger than life συγκρότημα, που κατάφερε το εξαιρετικά δύσκολο να ταυτίσει με το όνομα του τη μουσική παράδοση μιας ολόκληρης χώρας. Γεμίζουμε λοιπόν τα ποτήρια με Guinness και ακούμε το Wild Rover για μια ακόμα φορά, χτυπώντας φυσικά τέσσερις φορές παλαμάκια στο γνωστό σημείο. Cheers!

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley και οι Ratt, κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.