Οι θεωρίες συνωμοσίας γύρω από το εξώφυλλο του Bad Reputation των Thin Lizzy

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Posted on Οκτώβριος 17, 2017, 11:21 μμ
28 secs

Βρισκόμαστε στo 1977 και ο κόσμος της ροκ μουσικής βιώνει μια ανεπανάληπτη έκρηξη. Οι εποχές των 20λεπτων και 30λεπτων επών από τις μεγάλες prog rock μπάντες έχει τελειώσει, το punk βρίσκεται σε διαρκή άνοδο και ένα δεύτερο κίνημα heavy rock, μετά από τις χρυσές περιόδους των Sabbath/Purple/Zeppelin, έχει κάνει την εμφάνιση του. Σε αυτό το κλίμα και μετά από τα φοβερά και τρομερά “Jailbreak” και “Johnny the Fox”, οι μεγάλοι Thin Lizzy κυκλοφορούν το πιο blues oriented “Bad Reputation” που έχει για εξώφυλλο μια λιτή ασπρόμαυρη φωτογραφία με τρία από τα τέσσερα μέλη της μπάντας. Οι fans μπερδεύονται, η συνωμοσιολογία δίνει και παίρνει κι έτσι τελικά οι ιστορίες πίσω από το εξώφυλλο του “Bad Reputation” θα είναι μια πολύ σπέσιαλ σάλτσα στην ιστοριογραφία του συγκροτήματος, σάλτσα που περιέχει ουκ ολίγα συστατικά ροκ σκηνικών και φυσικά φέρει τη βαριά υπογραφή των Lynott και Robertson .

Η ιστορία με το εξώφυλλο ξεκινάει από μια τρελή παρανόηση του Phil Lynott με τον γραφίστα του group, τον Jim Fitzpatrick (πορτραίτο Che Guevara για όσους θυμούνται). Οι δυο άντρες και φίλοι θα συναντιόντουσαν ώστε να συζητήσουν για το εξώφυλλο του δίσκου μόνο που ο Lynott πήγε στο Madison του Wisconsin αντί για το Madison του Connecticut όπου διέμενε ο Fitzpatrick. Κι έτσι καθώς τα περιθώρια στένεψαν απότομα, η μπάντα χρησιμοποίησε ένα παλιό της πορτρέτο από τον Sutton Cooper που τους δείχνει ως τρίο χωρίς τον πολύ Brian «Robbo» Robertson. Αντίθετα στο οπισθόφυλλο μια πολύ όμορφη φωτογραφία στα σκαλιά ενός μοντέρνου για την εποχή κτιρίου, περιλαμβάνει και τον Robbo. Στο εσωτερικό του βινυλίου υπήρχαν φωτογραφίες από την έκθεση φωτογραφίας The Incredible Case of the Stack O’Wheat Murders του Les Krims, με τον τελευταίο να είναι γνωστός στους κύκλους των φίλων της φωτογραφίας ως «συνθέτης» απεικονίσεων με ιδιαίτερα μαύρο χιούμορ και σατιρική διάθεση. Ο Phil είχε δει την έκθεση στη Νέα Υόρκη και χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μέρος της για το επερχόμενο album. Τέλος επανεμφανίζεται μετά το Fighting το γνωστό τραπουλόχαρτο με τα μέλη της μπάντας να πιάνουν από ένα χαρτί το καθένα, με το μπαστούνι να πηγαίνει φυσικά στο Lynott.

Οι απορίες των fans λύθηκαν κάποιο καιρό μετά όταν οι δύο άντρες άρχισαν να μιλάνε φωναχτά. Ο Lynott επέμενε να μην εμφανιστεί ο Robbo στο πορτρέτο του εξωφύλλου, κάτι με το οποίο ο δεύτερος συμφώνησε, καθώς έτσι κι αλλιώς δεν είχε δουλέψει παρά ελάχιστα για τα backing tracks του album και η διάθεση του ήταν καταφανώς πεσμένη εκείνη την περίοδο. Η περίοδος που περνούσε καλά με το συγκρότημα είχε λήξει προ πολλού και οι σχέσεις του με τον Phil ήταν τεταμένες. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Robbo ήταν σε άσχημη κατάσταση ακόμα και στη φωτογραφία του οπισθόφυλλου! Η πιο βαρβάτη φήμη που κυκλοφόρησε ήταν φυσικά αυτή με τον καβγά στο μπαρ που προκάλεσε ράμματα στο Robbo κι έτσι κατέστη αδύνατη η φωτογράφηση του με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, πόσο μάλλον σε κάτι το οποίο προοριζόταν για ολόκληρο εξώφυλλο σε studio album. Όλα αυτά φυσικά είχαν τη γνωστή κατάληξη με τον Robertson να ακούγεται για τελευταία φορά στο μνημειώδες “Live And Dangerous” και μετά να φεύγει κακήν κακώς από τη μπάντα, με τον Gary Moore να τον αντικαθιστά και να ηχογραφεί με τους Lizzy το ανεπανάληπτο Black Rose.

Ο Robertson είναι μια πολύ παρεξηγημένη μορφή στη ροκ μουσική, αλλά για να είμαστε ακριβοδίκαιοι πρόκειται για κλασική περίπτωση μουσικού που αδίκησε κατάφωρα τον εαυτό του

Για το δίσκο τα έχουμε πει στο crisis point του συγκροτήματος αλλά με την ευκαιρία ας ξαναθυμίσουμε το καταιγιστικό ομώνυμο κομμάτι με τη δίκαση του Brian Downey σε πρώτο πλάνο (φοβερή διασκευή κι από Foo Fighters παρεμπιπτόντως), τον οδοστρωτήρα «Opium Trail» που προσδίδει μια ιδιαίτερη «αλήτικη» αισθητική στο δίσκο συνολικά, τα πανέμορφα μελωδικά «Soldier of Fortune», «Southbound» και «Dear Lord», το προσωπικό αγαπημένο μου rocker «Killer without a Cause» και φυσικά τέλος το αιώνιο «Dancin’ in the Moonlight», ένα ανεβαστικό blues με μια πανέμορφη «μόρτικη» μελωδία, τραγούδι που κερδίζει με άνεση μια θέση στο top-ten τραγουδιών των Thin Lizzy. Αναρριχήθηκε γρήγορα στη θέση 4 των Βρετανικών Charts με το «Dancing in the Moonlight» να ανεβαίνει στη θέση no 14 τoυ Singles Chart το Σεπτέμβρη του 1977.


Ο δε Robertson είναι μια πολύ παρεξηγημένη μορφή στη ροκ μουσική, αλλά για να είμαστε ακριβοδίκαιοι πρόκειται για κλασική περίπτωση μουσικού που αδίκησε κατάφωρα τον εαυτό του. Παρόλο που δε συμμετείχε στο “Nightlife” του 1974, φέρει μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας του group το αμέσως προσεχές διάστημα, τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά. Ωστόσο επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα δύστροπο άνθρωπο και πολλές φορές οι ιδιοτροπίες του είχαν άμεσο αντίκτυπο στη μπάντα, ιδιαίτερα από το 1976 κι έπειτα όταν το πρόβλημα του με το ποτό πήρε πολύ άσχημες διαστάσεις. Όπως τότε που η εμπλοκή του σε καβγά στο Speakeasy club του Λονδίνου, του στοίχισε ένα διαλυμένο χέρι στην προσπάθεια του να προστατέψει το φίλο του τραγουδιστή Frankie Miller, με τους Lizzy να τον αντικαθιστούν με τον Gary Moore για την επικείμενη τουρνέ και τον Lynott να είναι σε έξαλλη κατάσταση μαζί του. Κι ήταν ο φίλος του Scott Gorham που επέμεινε να επαναπροσληφθεί στη μπάντα ο Robbo και να συμμετέχει στις lead κιθάρες των “Opium Trail”, “Killer without a Cause” και “That woman’s gonna break your heart”. Λίγο μετά το “Live and Dangerous” ο Robbo θα φύγει μια και καλή από τους Thin Lizzy καθώς δε μπόρεσε να ξεπεράσει τα προβλήματα αλκοολισμού κάτι που επηρέαζε άμεσα την απόδοση του. Η συνέχεια θα τον βρει σε μια αδιάφορη μάλλον προσωπική καριέρα με αναλαμπή τη συμμετοχή του στο μεγαλειώδες “Another Perfect Day” των Motorhead, έναν εξαιρετικό δίσκο που όμως ξενίζει αρκετούς die hard οπαδούς της μπάντας του Lemmy καθώς όπως γίνεται κατανοητό η προσέγγιση του Robbo ήταν πολύ διαφορετική από αυτή ενός Fast Eddie Clarke. Με τα πολλά ο Robbo θα μείνει για πάντα γνωστός από τους Lizzy, σε μια τελική όσο και γλυκόπικρη αλήθεια.

To “Bad Reputation” είναι ένας εξαιρετικός δίσκος. Οι ιστορίες γύρω από το εξώφυλλο του απλά δίνουν μια πιο cult διάσταση στην έτσι κι αλλιώς δεδομένη κληρονομιά του album, όσο και της ίδια της μπάντας. Με έναν αλκοολικό Robertson, τους Lynott και Gorham να έχουν θέματα με ναρκωτικά, ένα Downey παραγκωνισμένο, η τεράστια αυτή μπάντα είναι παράδειγμα προς μίμηση καθώς πέτυχε απίστευτα πολλά πράγματα για το διάστημα που δραστηριοποιούνταν, απολαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερη φήμη ακόμα και τώρα 31 χρόνια μετά από το θάνατο του φυσικού της ηγέτη. Μπορούμε πραγματικά να γράφουμε ώρες για τους Lizzy αλλά ας αφήσουμε τη μουσική να μιλήσει. It’s caught me in its spotlight..

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.