Η βαριά κληρονομιά του ΝΜΕ και η σημασία του θλιβερού τέλους του

Στέλιος Βογιατζάκης
Posted on Μάρτιος 12, 2018, 8:48 πμ
2 mins

Στις 15 Ιανουαρίου 2000 το ΝΜΕ είχε στο εξώφυλλο τους πρώτους stars της χρονιάς, την καλύτερη νέα μπάντα του Ηνωμένου Βασιλείου και το συγκρότημα που θα γινόταν οι Joy Division του 21ου αιώνα. Όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά ήταν οι Ουαλοί Terris. Μη σας προβληματίζει το πως σας ξέφυγαν, γιατί δεν έχετε έστω και ένα CD τους στη δισκοθήκη σας ή γιατί -κατά πάσα πιθανότητα- δεν τους έχετε καν ακουστά. Δεν ξέρετε τους Terris επειδή, παρά το hype του ΝΜΕ, κατάφεραν με το τελευταίο EP τους να ανέβουν μόνο μέχρι το νούμερο 62 των charts, επειδή έβγαλαν ένα album που το άκουσαν ελάχιστοι, επειδή το 2001 διαλύθηκαν χωρίς να στενοχωρηθεί κανένας και επειδή δεν ήταν καλοί. Για τους Joy Division του 21ου αιώνα ούτε λόγος να γίνεται. Αλλά αυτό ήταν ένα μέρος της γοητείας του ΝΜΕ που αγαπήσαμε και που το τέλος της έντυπης έκδοσης του μετά από 66 χρόνια μοιάζει περισσότερο με το τέλος μιας υπέροχης εποχής.

Ναι, οι Terris, οι Bravery, οι Others και πολλοί άλλοι που εμφανίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στο εξώφυλλο του ΝΜΕ έδωσαν επιχειρήματα σε όσους το θεωρούσαν ένα ρηχό έντυπο που προωθούσε χωρίς αίσθηση του μέτρου αδιάφορα συγκροτήματα που ήταν καταδικασμένα να βροντήξουν στον τοίχο αμέσως την αναπόφευκτη και γρήγορη αποτυχία τους. Και το ΝΜΕ την πάτησε πολλές φορές με αυτό τον τρόπο. Όμως τα λάθη είναι αναπόφευκτα όταν η αποστολή σου είναι να ψάχνεις συνεχώς για το καινούργιο, το συναρπαστικό και αυτό που θα ανοίξει νέους δρόμους. Είναι λάθη που συγχωρούνται σε ένα περιοδικό το οποίο βρισκόταν για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην εμπροσθοφυλακή και μας μάθαινε τα μεγάλα και τα σημαντικά όταν αυτά ακόμα βρίσκονταν στα σπάργανα. Το NME κατάλαβε πριν από κάθε άλλο αγγλικό έντυπο πόσο σημαντικό ήταν το rock n’ roll, σήκωσε πρώτο τη σημαία του punk και του post punk, συνειδητοποίησε αμέσως πόσο σπουδαία συγκροτήματα ήταν οι Joy Division, οι Smiths και οι Stone Roses, βάφτισε την Britpop, κήρυξε τον πόλεμο Blur-Oasis, μας σύστησε τους Arctic Monkeys πριν καν βγάλουν το πρώτο single τους και πολλά άλλα. Υπήρξαν και περιπτώσεις που έμεινε πίσω από τις εξελίξεις. Την αναγέννηση του βρετανικού heavy metal στην αρχή της δεκαετίας του 1980 την αντιλήφθηκε το Sounds, ενώ την εποχή του progressive rock και την έκρηξη του grunge την κάλυψε καλύτερα το Melody Maker. Όμως αυτές ήταν οι εξαιρέσεις. Ο κανόνας έλεγε ότι το ΝΜΕ ήταν πρώτο, στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή.

Η αλήθεια είναι ότι ευθυγραμμίστηκαν οι πλανήτες για να τα καταφέρει. Το ΝΜΕ έγινε τόσο σπουδαίο επειδή για πολλά χρόνια είχε την καλύτερη συντακτική ομάδα που γνώρισε ποτέ ο μουσικός τύπος και επειδή η ακμή του ήρθε σε μια εποχή που οι μουσικοί δημοσιογράφοι είχαν πιο εύκολη πρόσβαση στους καλλιτέχνες. «Την πρώτη μου μέρα στη δουλειά ένας δημοσιογράφος που κάπνιζε σαν φουγάρο μου είπε ότι αισθανόταν λίγο βαρύς επειδή είχε περάσει το προηγούμενο Σαββατοκύριακο με τον Keith. Ένας άλλος μου είπε ότι ο φίλος του ο David ήταν στο διαμέρισμα του και άκουγαν όλο το βράδυ δίσκους της Stax, της Motown και της Atlantic. Και μπορεί να κατάλαβα αμέσως ότι ο Keith ήταν αυτός που έπαιζε κιθάρα στους Rolling Stones, αλλά μου πήρε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσω ότι ο David ήταν ο Bowie… Έκανα ότι μπορούσα για να τους φτάσω και λίγο καιρό αργότερα είχα τον Iggy Pop να κάθεται στο γραφείο μου την ώρα που μιλούσα με τη Debbie Harry στο τηλέφωνο» έγραψε το 2015 ο σπουδαίος Tony Parsonss στο GQ, περιγράφοντας τη ζωή του στο ΝΜΕ. «Δεκαετίες πριν το παγωμένο χέρι των public relations αποκλείσει την πρόσβαση στους καλλιτέχνες μπορούσες να περάσεις την ημέρα σου στο σπίτι του Sting, να ψωνίσεις ρούχα με τον Paul Weller ή να δεις τους Pretenders την ώρα που ηχογραφούν τον δίσκο τους. Αυτή η πρόσβαση σου επέτρεπε να έχεις τρομερή οξυδέρκεια για τους ανθρώπους για τους οποίους έγραφες και ήταν κάτι που οι αναγνώστες εκτιμούσαν αφάνταστα. Ήταν πολύ γλυκιά η εποχή που η μουσική βιομηχανία είχε χρήματα για ξόδεμα. Μόλις είχα πιάσει δουλειά στο ΝΜΕ όταν με ρώτησαν αν ήθελα να ακολουθήσω για μια εβδομάδα τους XTC στην αμερικάνικη περιοδεία τους. «Φάε μπριζόλες, πιες μπύρες, δες το συγκρότημα» μου είπε ο εκπρόσωπος της δισκογραφικής. «Θα σου αρέσουν. Και αν θέλεις γράφεις κάτι όταν επιστρέψεις»» συμπλήρωσε ο Mark Ellen σε άρθρο του στον Independent.

Ο Parsons και ο Ellen ήταν μόνο δύο από τις εξαιρετικές πένες του ΝΜΕ. Ο Nick Kent, ο Charles Shaar Murray, ο Ian McDonald, η Julie Burchill, ο Ian Penman, ο Paul Morley, ο Barley Hoskins, ο Dave Quantick, ο Stuart Maconie, ο Mark Beaumont και πολλοί άλλοι δεν ήταν απλοί γραφιάδες. Τα κείμενα τους ήταν πανέξυπνα, κοφτερά και με μοναδική αίσθηση του χιούμορ και οι ίδιοι ισχυρογνώμονες αλλά πολύ πειστικοί. Πάνω από όλα όμως ήξεραν σε βάθος την pop κουλτούρα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί δημοσιογράφοι του ΝΜΕ έγραψαν μερικά από τα πιο σημαντικά μουσικά βιβλία, δημιούργησαν δισκογραφικές εταιρείες ή βρήκαν μια θέση στο BBC και στις μεγαλύτερες πολιτικές εφημερίδες. Ενδεικτικά θα αναφέρω δύο παραδείγματα: ο μακαρίτης Ian McDonald έγραψε το «Revolution In The Head», το πιο αναλυτικό και διαφωτιστικό βιβλίο για τους Beatles και τις αλλαγές που έφεραν στη μουσική και την κοινωνία της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ ο Paul Morley ήταν ένας από τους δημιουργούς της δισκογραφικής εταιρείας ZTT, η οποία κυκλοφόρησε καταπληκτικούς δίσκους των Art Of Noise, των Propaganda και του εμπορικού μεγαθηρίου που λεγόταν Frankie Goes To Hollywood.

Όμως πως φτάσαμε στο τέλος; Τι έγινε και οι πωλήσεις του ΝΜΕ έπεσαν από τα εξαψήφια νούμερα στα 15.000 φύλλα την εβδομάδα, με αποτέλεσμα να μετατραπεί αρχικά σε free press και στη συνέχεια να ανασταλεί η έκδοση του; Είναι εύκολο να μιλήσει κάποιος για το πως η άμεση πληροφόρηση που προσφέρει το Internet έχει καταδικάσει σε αφανισμό πολλά έντυπα και εφημερίδες. Όμως το διαδίκτυο δεν ευθύνεται από μόνο του για το τέλος του NME. Μπορεί να ισχυριστεί, μάλιστα, κάποιος ότι το πλήγωσε αλλά δεν το σκότωσε, όπως σκότωσε με συνοπτικές διαδικασίες εκατοντάδες άλλα έντυπα, μουσικά και μη. Η αληθινή αιτία εντοπίζεται αλλού.

Το NME χάθηκε επειδή το 2018 δεν έχει αντικείμενο. Από τα 60s μέχρι το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας η παραγωγή συγκροτημάτων και η εξέλιξη της μουσικής ήταν τέτοια που εγγυόταν ότι όταν πέθαινε κάτι μεγάλο αμέσως θα ακολουθούσε κάτι άλλο. Όταν η αλυσίδα ξεκινά από τους Beatles και κρίκοι όπως ο David Bowie, οι Sex Pistols, οι Joy Division, οι Smiths, οι Stone Roses, οι Nirvana, οι Oasis, οι Radiohead, οι Strokes και οι Arctic Monkeys ακολουθούν σε σχετικά μικρά χρονικά διαστήματα μπορείς να είσαι σίγουρος ότι χιλιάδες άνθρωποι θα αγοράζουν το έντυπο. Όμως με τους Arctic Monkeys έχουν προς το παρόν τελειώσει αυτά τα συγκροτήματα. Δεν εννοώ ότι δεν βγαίνουν πια καλοί δίσκοι. Ίσα-ίσα, κάθε χρόνο ακούμε σπουδαία μουσική από πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες, όσο κι αν διαφωνούν οι αντιδραστικοί που πιστεύουν ότι αυτή πέθανε με τη δολοφονία του John Lennon ή ότι αυτός ο αλήτης ο Kurt Cobain κατέστρεψε το rock για πάντα. Αυτό που δεν καταφέρνουν οι νεώτεροι, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, είναι να κάνουν το άλμα στον ουρανό και να γίνουν τόσο μεγάλοι ώστε να γεμίζουν στάδια και να βλέπουν τη φωτογραφία τους σε περιοδικά που όλοι θα θέλουν να αγοράσουν.

Πως αποδεικνύεται αυτό; Απλά, ρίξτε μια ματιά στους headliners του Glastonbury και του Reading Festival από το 1990 μέχρι σήμερα. Μέχρι το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας οι διοργανωτές των δημοφιλέστερων αγγλικών φεστιβάλ εμπιστεύονταν πολύ συχνά και σχεδόν τυφλά τα νέα συγκροτήματα για το κλείσιμο κάθε ημέρας. Την περίοδο 1990-2010 οι Happy Mondays, Inspiral Carpets, Pixies, James, Sinead O’ Connor, Carter USM, Shakespears Sister, Black Crowes, Wonder Stuff, Nirvana, Public Enemy, Porno For Pyros, Levellers, Cypress Hill, Smashing Pumpkins, Oasis, Black Grape, Radiohead, Ash, Suede, Garbage, Skunk Anansie, Travis, Chemical Brothers, Coldplay, Stereophonics, Strokes, Linkin Park, Darkness, White Stripes, Muse, Franz Ferdinand, Razorlight, Arctic Monkeys, Killers και Kings Of Leon έγιναν headliners μέσα σε πέντε χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου τους. Πέρα από προσωπικά γούστα, όλοι αυτοί ήταν νέοι, ακμαίοι, και, σε τουλάχιστον μια στιγμή της καριέρας τους, αρκετά δημοφιλείς για να σηκώσουν το βάρος του headliner στην πλάτη τους. Ποιοί το έχουν καταφέρει αυτό τη δεκαετία που διανύουμε; Οι Mumford & Sons και τέλος. Είναι σαφές και συνάμα θλιβερό το γεγονός ότι το πηγάδι των νέων συγκροτημάτων που μπορούν να τραβήξουν 100.000 κόσμο σε μια συναυλία έχει στερέψει στην Αγγλία. Και από αυτό το πηγάδι έβγαινε το αίμα που κυλούσε πάντα στις φλέβες του ΝΜΕ.

Δείτε και τον σημερινό αγγλικό rock τύπο, τα περιοδικά όπως το Mojo, το Classic Rock και το Uncut, και παρατηρείστε τα εξώφυλλα τους. Δύο φορές το χρόνο έχουν τους Beatles, και από μια τους Rolling Stones, τον Dylan, τους Pink Floyd και κάποιους άλλους ανάλογης ηλικίας. Είναι εξαιρετικά περιοδικά, αλλά ξέρουν ότι αν κάνουν αυτό που έκανε επί 66 χρόνια το ΝΜΕ, αν δηλαδή το εξώφυλλο τους έχει ένα ανερχόμενο συγκρότημα που ακόμα παλεύει να γίνει γνωστό, τότε οι πωλήσεις τους θα πέσουν στα Τάρταρα. Γιατί ελάχιστοι στην Αγγλία ενδιαφέρονται να διαβάσουν για αυτά τα συγκροτήματα. Οι παλαιότεροι έχουν μείνει στη γενιά με την οποία μεγάλωσαν, ενώ στους νεότερους το rock λέει πολύ λιγότερα πράγματα.

Αν δεν πιστεύετε εμένα θα πρέπει να πιστέψετε τον Tony Parsons. Στο κείμενο-επικήδειο που έγραψε στο GQ όταν ανακοινώθηκε η μετατροπή του ΝΜΕ σε free press, ο Parsons πιάστηκε από ένα άρθρο του παλιού συναδέλφου του Nick Kent που συντάχθηκε μετά τον θάνατο του Kurt Cobain. Ο Kent ήταν απολύτως σίγουρος ότι η επόμενη «voice of a generation» δεν θα αργούσε να έρθει. «Αλλά δεν ήρθε. Ο Kent, όπως και οι γενιές πριν από εμάς, πίστευε ότι η μουσική που αγαπάμε ήταν ανεξάντλητη. Και έμοιαζε ότι ήταν, αν ήσουν fan του «Smells Like Teen Spirit», του «London Calling», του «Strawberry Fields Forever», του «How Soon Is Now? » ή του «I Wanna Be Adored». Πάντα θα εμφανιζόταν κάτι καινούργιο που θα έκανε αίσθηση. Αλλά οι Mumford & Sons δεν είναι ο Morrissey και ο Marr. Οι Noel Gallagher’s High Flying Birds δεν είναι οι Oasis. Και κανένας δεν θα προσπαθήσει να μοιάσει στον Ed Sheeran με τον τρόπο που είδα χιλιάδες να προσπαθούν να μοιάσουν στον Keith Richards… Το rock γέρασε αλλά το ΝΜΕ έμεινε νέο. Ποτέ δεν ασχολήθηκε με το rock των πατεράδων. Δεν αντέγραψε το Mojo. Αντί να γίνει επιμελητής μιας τέχνης που πεθαίνει προσπαθούσε πάντα να ανακαλύψει νέα μουσική. Κι αυτό θα του το πιστώνουμε για πάντα. Αλλά τι συμβαίνει όταν δεν υπάρχει εκεί έξω ένας Johnny Marr να χτυπήσει απρόσκλητος την πόρτα του σπιτιού ενός Steven Morrissey; Τι συμβαίνει όταν οι απροσάρμοστοι με το υψηλό IQ φτιάχνουν ιστοσελίδες αντί για συγκροτήματα; Τι συμβαίνει όταν η μουσική παύει να είναι το κέντρο του Σύμπαντος; Το ΝΜΕ σήμαινε κάτι όταν η μουσική σήμαινε κάτι. Αλλά ο λόγος ύπαρξης του ΝΜΕ -το ρεπορτάζ από ένα υπόγειο στο οποία τα σπάνε οι Rolling Stones, οι Jam ή οι Stone Roses- έχει εκλείψει».

Στέλιος Βογιατζάκης
Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.