Posted On 24 Μαρτίου 2017 By In CRISIS POINT With 1401 Views

Το Πειρατικό των Running Wild στο ραντάρ του rockyourlife.gr

Σε μια έντονη συναυλιακά χρονιά για τους Γερμανούς metal πρωτοπόρους και με την αναμονή για το επόμενο πόνημα τους στα ύψη μετά το περσινό πολύ καλό «Rapid Foray», ρίχνουμε μια ματιά στη δισκογραφία τους, με μία όσο το δυνατόν γίνεται αντικειμενική ιεράρχηση από το χειρότερο έως το καλύτερο. Ship Ahoy!

Shadowmaker_coverShadowmaker (2012)
Η μεγάλη επιστροφή που ανακοινώθηκε αρκετά γρήγορα μετά την υποτιθέμενη τελευταία συναυλία στο Wacken το 2009, αποδείχτηκε η χειρότερη μαχαιριά του Καπετάνιου Rolf Kasparek προς τους οπαδούς του. Είχαμε όλοι λίγο πολύ συμβιβαστεί με τον ήχο των τελευταίων albums, με τις ταχύτητες να έχουν μειωθεί αισθητά, τα τραγούδια fillers να εμφανίζονται εδώ κι εκεί και την καλογυαλισμένη παραγωγή να αφαιρεί αρκετά από το τελικό αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά η απογοήτευση στο «Shadowmaker» ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Επίπεδος ήχος, riffs ενός hard rock νηπιαγωγείου, μέτριοι έως κακοί στίχοι και από όλο τον δίσκο να ξεχωρίζει το riff του «Sailing Fire» που κι αυτό είχε ένα απαράδεκτο refrain. Όταν έχεις λατρέψει ένα group έχεις το δικαίωμα να είσαι αυστηρός μαζί του και ο εν λόγω δίσκος αντιμετωπίστηκε σαν προδοσία από τους φανατικούς των Wild και δικαίως. Ευτυχώς όπως θα δούμε παρακάτω, το όλο θέμα δεν είχε συνέχεια.

Rogues_en_Vogue_coverRogues en Vogue (2005)
Το τελευταίο album της πρώτης περιόδου των Running Wild πριν από την πρόσκαιρη διάλυση έμελλε να είναι και το χειρότερο. Η κούραση ήταν φανερή, η έλλειψη φυσικού drummer και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα προδίκαζαν το αποτέλεσμα και έμεινε μόνο το έπος «Skull & Bones» να κρατάει ψηλά την πειρατική σημαία στον εν λόγω δίσκο. Οι hard rock πειραματισμοί δε βγαίνουν στον Captain Rolf καθώς έκαστος στο είδος του κι ο Kasparek στα 6/8 και τα συναφή και δυστυχώς το «Rogues En Vogue» φώναζε από μακριά ότι η αγαπημένη μας μπάντα οδεύει προς ένα άδοξο τέλος. Το «The War» στην παράδοση των μεγάλων σε διάρκεια επικών τραγουδιών που κλείνουν τα albums των Running Wild στέκεται αξιοπρεπώς για τα δεδομένα του υπόλοιπου δίσκου αλλά κρίνεται ως ελάχιστο μπροστά στα 10λεπτους ύμνους που μας έδωσε ο Kasparek στο παρελθόν. Εκνευριστικό τέλος το γεγονός ότι το πολύ καλό «Libertalia» υποβιβάστηκε σε bonus track (Ήμαρτον ρε Rolf).

Runningwildresilient_coverResilient (2013)
Στον απόηχο του «Shadowmaker», το «Resilient» του 2013 χαιρετήθηκε ως η μεγάλη επιστροφή αλλά φυσικά στην πορεία αυτός ο ενθουσιασμός ξεθώριασε κι έμεινε απλά η εντύπωση ενός καλού έως πολύ καλού μεν, τυπικού δε Running Wild δίσκου που ούτε για πλάκα δε συγκρινόταν με τα μεγαθήρια του παρελθόντος. Παρόλα αυτά θα μείνει το «Soldiers Of Fortune» που είχε μαζεμένα τόσα καλά riffs όσα δεν είχε ολόκληρο το «Shadowmaker» και φυσικά το έπος «Bloody Island» που κλείνει το δίσκο με solo που θυμίζει τις μεγάλες στιγμές των Thin Lizzy, εξαιρετικό riff κι ακόμα πιο εξαιρετικό refrain. Τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου αξιοπρεπή με τον δυναμίτη «The Drift» να ξεχωρίζει, προμήνυαν ότι το πειρατικό έμπαινε ξανά στη σωστή ρότα και πως με τη σωστή καθοδήγηση θα είχαμε ξανά να περιμένουμε ποιοτικό πειρατικό metal όπως μόνο ο Rolf ξέρει να συνθέτει, κάτι που επιβεβαιώθηκε τρία χρόνια αργότερα.

TheBrotherhoodRunningWild_coverThe Brotherhood (2002)
Τα 00s δεν ήταν και η καλύτερη περίοδος για το συγκρότημα και η φθίνουσα πορεία απέδειξε του λόγου το αληθές. Σε μία από τις τελευταίες αναλαμπές του ο Rolf παραδίδει έναν αρκετά καλό δίσκο, εξαιρετικά άνισο καθώς δίπλα σε τραγούδια ύμνους με ξέφρενα riffs και τύμπανα θα συναντήσουμε τα μισητά αυτά fillers τα οποία μέχρι σήμερα φαντάζουν ξένα προς τη φωνή και τη συνθετική αντίληψη του Kasparek, όπως συνέβη και τότε. Θα ξεχωρίσουν τα «Welcome To Hell», «Brotherhood» και «Pirate Song» με το ιδιαίτερο συναυλιακό feeling, κάτι που γίνεται εύκολα αντιληπτό αν αναλογιστεί κανείς πως εκείνη η εποχή ήταν η τελευταία που οι Running Wild ήταν ενεργοί συναυλιακά. Στο έπος του δίσκου, η ιστορία του Λώρενς της Αραβίας μέσω του «The Ghost» θα μας αποζημιώσει με τις ιδιαίτερες μελωδικές γραμμές της και θα αφήσει μια πολύ ευχάριστη γεύση σε έναν άνισο όπως προαναφέρθηκε δίσκο. Φοβερά και τα bonus tracks «Faceless» και «Powerride», πραγματικά είναι να απορείς με αυτόν τον τύπο..

Victory_coverVictory (2000)
Δίδυμο αδερφάκι με το «Brotherhood», ξεχώρισε σε σχέση με τον ακόλουθο του για τον πιο μεταλλικό προσανατολισμό του καθώς και για το τεράστιο «Tsar», τραγούδι που κατά την άποψη του γράφοντα ήταν στα 2-3 κορυφαία που έγραψε ο Rolf από το «Pile Of Skulls» και μετά. Ο δίσκος χαρακτηρίζεται από την πρώτη εμφάνιση της υποψίας (βεβαιότητας για κάποιους) drum machine ενώ και το μπάσο δείχνει να είναι θαμμένο κάτι που δε βοηθούσε τα πολύ καλά τραγούδια να αναδειχτούν. Δυναμίτες όπως το ομώνυμο, το «Timeriders» και το φοβερό «The Guardian» με το εξαιρετικό solo στο τέλος, έδειχναν ότι ο Καπετάνιος το είχε ακόμη και πως με μια πιο σταθερή σύνθεση θα μπορούσε να δημιουργήσει albums στις επιταγές των παλαιοτέρων θρύλων. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε αλλά σε κάθε περίπτωση το «Victory» είναι ίσως το τελευταίο μεγάλο album της μπάντας για την πλέον ενεργή περίοδο της κι ως τέτοιο είναι ιδιαιτέρως αγαπητό.


Branded_And_ExiledBranded And Exiled (1985)

Ένα χρόνο μετά το πυραυλοκίνητο ντεμπούτο τους οι Running Wild θα κυκλοφορήσουν το «Branded And Exiled» που έμελλε να είναι και το τελευταίο με το Rebel Satan image που είχαν υιοθετήσει στην αρχή της καριέρας τους. Οι ταχύτητες ανεβασμένες, τα riffs δυναμικά και σκοτεινά ταυτόχρονα και η φωνή του Rolf, τραχιά και αδούλευτη προσδίδει το ρομαντικό του πράγματος. Θα ξεχωρίσουν ο ομώνυμος ύμνος που επαναηχογραφήθηκε ουκ ολίγες φορές έκτοτε, το αντιναζιστικό «Marching To Die» και φυσικά τα δύο παντοτινά διαμάντια του δίσκου. Το «Mordor» σκοτεινό και riffάτο, το πρώτο διαμάντι σε tempo 6/8 που καθόρισε τον μετέπειτα ήχο του group, τα μεγάλα εξάρια που αγαπήθηκαν όσο λίγα όπως το «Calico Jack», το «Beggars Night», το «Jennings Revenge» κλπ. Και φυσικά το «Chains And Leather», ένας από τους απόλυτους metal ύμνους με ένα χωρωδιακό refrain γλύκισμα που σιγοτραγουδιέται από πολλά στόματα σαρανταπεντάρηδων μέχρι σήμερα. Το νερό είχε ήδη μπει στο αυλάκι για τη συνέχεια.

RunningWildTheRivalry_coverThe Rivalry (1998)
Για αυτούς που το «Victory» είναι ο πρώτος μέτριος δίσκος των Running Wild, τότε ξεκάθαρα το «The Rivalry» είναι ο τελευταίος μεγάλος. Το κύκνειο άσμα του μεγάλου Jorg Michael με το συγκρότημα χαρακτηρίζεται από ανεβασμένες ταχύτητες, τραγούδια όπως το «Firebreather» και το «Adventure Galley» που σίγουρα έλειψαν από τους επόμενους δίσκους, τα πολύ καλά «The Rivalry», «Agents Of Black» και «Ballad Of William Kidd» και φυσικά το μεγάλο έπος «War & Peace» να κλείνει το δίσκο. Υπερβολικά μεγάλος σε διάρκεια, θα μπορούσε να είναι τουλάχιστον 2-3 τραγούδια μικρότερος, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς πως τα «Poison», «Man On The Moon» και «Ressurection» δε διαφέρουν κι ιδιαίτερα. Το «The Rivalry» διατηρούσε το όνομα των Running Wild στην επιφάνεια και έκλεινε ιδανικά τη δεκαετία του 90 για τη μπάντα, περίοδος που διατήρησε και αύξησε τον ήδη υπάρχοντα πυρήνα οπαδών με νεότερους και πιο διψασμένους για traditional metal ήχο.

Gates_To_PurgatoryGates to Purgatory (1984)
Από εδώ λοιπόν ξεκίνησαν όλα σε μια άγουρη αλλά διαβολεμένη περίοδο με το speed metal να βάζει για τα καλά τους Running Wild στο χάρτη, καθώς o ευθύς τραχύς και riffάτος ήχος του group συμπληρώνεται από μια σκοτεινή και σάπια ατμόσφαιρα που όμοια της ο metal κόσμος είχε ακούσει από ελάχιστες μπάντες όπως οι Venom, οι Slayer και οι Mercyful Fate. Τα φωνητικά του Rolf με το ιδιαίτερο γρέζι στο γενικότερο κλίμα και τραγούδια ένα κι ένα που γράφτηκαν με χρυσά γράμματα στην ιστορία του group παρόλο που διέφεραν αισθητά από το ύφος των ύμνων που τους έκαναν ευρέως γνωστούς. «Victim Οf States Power», «Adrian SOS», «Genghis Khan», «Soldiers Οf Hell» σε ένα κρεσέντο στακάτου σπινταριστού metal με στίχους που τείναν ξεκάθαρα στο φιλελευθερισμό και στην αναρχία. Η καταιγίδα μόλις είχε ξεκινήσει και θα παρέσερνε τα πάντα στο πέρασμα της.

Rapid_ForayRapid Foray (2016)
Η μεγάλη επιστροφή λοιπόν δεν ήρθε με το «Resilient» αλλά όταν έσκασε πέρυσι το «Rapid Foray» κι ήμασταν όλοι λίγο πολύ απροετοίμαστοι. Αν υπάρχει ένα album εδώ και 16-17 χρόνια που μπορεί να περηφανευτεί ότι ανήκει στο top των Running Wild δίσκων αυτό είναι το «Rapid Foray» το οποίο είναι τόσο ποιοτικό και με τόσο χαρακτηριστικό Running Wild ήχο που άνετα θα μπορούσε να είχε κυκλοφορήσει περί το 1994-1995. Από τις πρώτες νότες του δίσκου η τρίχα σηκώνεται κάγκελο και ακούσματα όπως το solo στο «Black Skies Red Flag», ο καλπασμός στο ομώνυμο και κυρίως η πώρωση που λέγεται «Black Bart» αποτελούν μια χρονομηχανή που σε πηγαίνει κατευθείαν στις πλέον ένδοξες εποχές της μπάντας. Το έπος «Last Of The Mohicans» που κλείνει τον δίσκο, στις επιταγές του «Treasure Island», χαλαρά στο top 5 των 10λέπτων του group, βάζει τις καρδιές μας στη θέση τους και μας κάνει να αναμένουμε με τεράστια αγωνία τον επόμενο studio δίσκο.

MasqueradeMasquerade (1995)
Το πιο γρήγορο και heavy album των πειρατών κυκλοφόρησε το 1995 και ήταν ένα ακόμα σημαντικό λιθαράκι στο μύθο του group. Με αιχμή του δόρατος τα μεγάλα κέφια του Jorg Michael ο Rolf μας παραδίδει ένα πακέτο 10 τραγουδιών με τη δίκαση σε πρώτο πλάνο και κάποια από τα σκληρότερα riffs που έγραψε ποτέ. Το ομώνυμο, το «Wheel Of Doom», το επικό και ξέφρενο «Lions Of The Sea» και το κύκνειο άσμα «Underworld», ένα από τα πιο παραγνωρισμένα Running Wild τραγούδια, θα γίνουν αγαπημένα μεταξύ των οπαδών. Στιχουργικά η θρησκεία βρίσκεται στο επίκεντρο του δίσκου ο οποίος αποτελεί την απαρχή της τριλογίας που ολοκληρώνεται με το «Rivalry» και «Victory» και αφορά την αιώνια διαμάχη μεταξύ καλού και κακού. Στα bonus η φοβερή ξύλινη κασετίνα στη limited edition του δίσκου που έμοιαζε με πραγματικό κουτί θησαυρού και αποτελεί σήμερα συλλεκτικό φετίχ.

Blazon_StoneBlazon Stone (1991)
Το πρώτο album μετά από την για πολλούς χρυσή τριπλέτα του group έμελλε να τους βρει με νέο drummer και κιθαρίστα και ήχο που ξένισε εν μέρει τους οπαδούς αλλά σε κάθε περίπτωση η ποιότητα και το momentum είναι για άλλη μια φορά εδώ. Δυναμικό μπάσιμο με τον ομώνυμο κεραυνό και το επικό «Lonewolf» και η ιδιαίτερη κιθαριστική δουλειά του Rolf σε τραγούδια όπως το «Bloody Red Rose», το «Slavery» και το «Straight To Hell». Ο απόγονος του Captain Morgan, ο Axel, σε μεγάλα κέφια θα συνεισφέρει συνθετικά και κυρίως στα σόλο ενώ τέλος, θα ξεχωρίσει μια αιώνια σύνθεση των Πειρατών, η ήττα του Στρατηγού Custer στο «Little Big Horn» που θα μας δώσει τον ομώνυμο ύμνο, τραγούδι που θα βρίσκεται στο όποιο set list τους των συναυλιών τους μέχρι σήμερα. Πολύ καλό album που καλώς ή κακώς είχε την ατυχία να βρίσκεται ανάμεσα σε «Death Οr Glory» και «Pile Οf Skulls».

Under_Jolly_RogerUnder Jolly Roger (1987)
Το Satanic Libertarian σκηνικό των δύο πρώτων δίσκων έχει φύγει, ο Rock N Rolf βάζει πειρατικό μάτι και παπαγάλο στον ώμο και μία από τις μεγαλύτερες metal εποποιίες σιγά σιγά παίρνει σάρκα και οστά. Παρόλο που τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμα το «Under Jolly Roger» συστήνει τους Running Wild στο ευρύ κοινό με τον ομώνυμο ύμνο να στέκεται μέχρι σήμερα ως ένας από τους πλέον αθάνατους metal ύμνους και σίγουρα το πλέον αναγνωρίσιμο τραγούδι του συγκροτήματος. Τα φωνητικά του Rolf αισθητά βελτιωμένα σε σχέση με το παρελθόν και σε συνδυασμό με τον συνθετικό του οίστρο ακούμε εκπληκτικό heavy power metal στα «Beggar’s Νight», «Merciless Game» και τους straight metal δυναμίτες «Raw Ride» και «Raise Your Fist». Κομβικής σημασίας κυκλοφορία, γεννάει το πρώτο πραγματικά κλασικό τραγούδι του group και βάζει τα θεμέλια για την εκπληκτική συνέχεια.

Running_Wild_-_Black_Hand_Inn_coverBlack Hand Inn (1994)
Ένα από τα υπεραγαπημένα albums στις τάξεις των οπαδών το «Black Hand Inn» κυκλοφόρησε το 1994 και σε μια περίοδο που το heavy metal βρισκόταν στην ανυποληψία, σήκωσε ψηλά τη σημαία και αποτέλεσε έναν από τους καλύτερους δίσκους στην καριέρα του Rolf. Ο Jorg Michael κάνει τη διαφορά καθώς ανεβάζει το tempo σε πολλές περιπτώσεις και η παραγωγή βοηθάει να αναδειχτεί το ταλέντο του. Πολύ ώριμος συνθετικά, με κορυφαίες εναλλαγές στο ύφος και στη διάθεση, από τα σπινταριστά «Black Hand Inn» και «Privateer», μέχρι το mid tempo «Fight Τhe Fire Οf Hate», και την κορύφωση στο τέλος με «Powder & Iron» και «Dragonmen», o δίσκος δεν έχει το παραμικρό filler και έχει όλα τα στοιχεία που έκαναν αγαπητούς τους Running Wild στον υπερθετικό βαθμό. Από τα καλύτερα 10λεπτα έπη το «Genesis» στο τέλος, δεν είναι τυχαίο πως για πολλούς fans το «Black Hand Inn» είναι ο «παράνομος» καλύτερος δίσκος των Running Wild.

Port_RoyalPort Royal (1988)
Ένας από τους πιο cult δίσκους στην ιστορία του metal, το «Port Royal» έβαλε για τα καλά τους Running Wild στο χάρτη και τους ανέβασε μια και καλή στην Premier League του είδους. Ξέφρενοι ρυθμοί και riffs, χωρωδιακά refrains και μια απίστευτη βελτίωση στη φωνή του Rock n Rolf σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους. Τα πειρατικά ιστορικά θέματα κυριαρχούν και ο καπετάνιος συνθέτει κάποια από τα καλύτερα τραγούδια της καριέρας του, με το ομώνυμο να είναι το heavy metal το ίδιο, το «Conquistadores» να το ξέρουν μέχρι και οι πέτρες και να ανασταίνει πεθαμένους ενώ και από τα υπόλοιπα ο καθένας μπορεί να βρει το αγαπημένο του, με το «Uaschitschun» να είναι το επικρατέστερο για τους περισσότερους. Από τους πλέον μοσχοπουλημένους με 1.8 εκ αντίτυπα μέχρι σήμερα, αν είχε πιο ογκώδη παραγωγή θα ήταν ίσως πιο ψηλά σε αυτή τη λίστα. Cry of freedom on the sea έτσι κι αλλιώς!

Running_wild_pile_of_skulls_coverPile of Skulls (1992)
Μετά το «Blazon Stone» που άφησε με ανάμικτα συναισθήματα τους fans έρχεται το «Pile Of Skulls» και όχι απλά βάζει τα πράγματα στη θέση τους αλλά μας χαρίζει τον κορυφαίο για τα 90s δίσκο των πειρατών και μία από τις πιο μεγαλειώδεις δουλειές τους. Ο Stefan Schwarzmann επιστρέφει στα τύμπανα σε μία από τις κορυφαίες του ερμηνείες ενώ ο Rolf σε μία από τις πλέον ώριμες συνθετικές του περιόδους μας χαρίζει τεράστιους ύμνους που βρίσκουν πολύ εύκολα τη θέση τους σε best of και συναυλίες μέχρι σήμερα, ύμνους όπως το «Black Wings Of Death», το τέρμα πειρατικό «Lead Or Gold», το καταιγιστικό «Whirlwind» και σταματάω μη τα γράψω όλα. Μεγάλα ατού του δίσκου το έπος «Treasure Island», χαλαρά το καλύτερο 10λεπτο έπος που γράψανε με φοβερές εναλλαγές και ένα από τα 2-3 καλύτερα refrains ever, και η εισαγωγή «Chamber Of Lies» που είναι ξεκάθαρα η καλύτερη εισαγωγή metal δίσκου όλων των εποχών. Period.

DogDeath Or Glory (1989)
Εδώ είμαστε λοιπόν στο «Death or Glory» του 89 με έναν δίσκο που μέχρι και σήμερα προκαλεί ανατριχίλες στο άκουσμα του όσο ελάχιστοι. Η φωνή του Rolf στα καλύτερα της, μελωδική και οργισμένη μαζί, ζωγραφίζει πάνω στον καμβά που δημιουργεί ένα πακέτο τραγουδιών σκέτος δυναμίτης με φοβερά riffs, υμνικά ρεφρέν και εθιστικές metal μελωδίες. Τραγούδια καταδικασμένα να μείνουν κλασικά με το εναρκτήριο «Riding The Storm» να ενώνει όλο τον metal κόσμο της εποχής, το «Bad To The Bone» να είναι από τα καλύτερα straight heavy metal κομμάτια που είχαμε ακούσει έως τότε και το «Battle Of Waterloo» να είναι μια κατηγορία από μόνο του ορίζοντας το ευρωπαϊκό επικό power metal. Filler ούτε για πλάκα, κιθαριστικοί οδοστρωτήρες στα «Marooned» και «Tortuga Bay» και το όνομα των Running Wild στην αιωνιότητα. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, δίσκος απαραίτητος για κάθε σοβαρή metal δισκοθήκη.

Bonus
running_wild-wild_animalWild Animal EP (1991)
3 Νέα κομμάτια και μια φοβερή επανεκτέλεση του «Chains And Leather» ως προπομπός του «Blazon Stone» και μία καλά κρυμμένη κορυφαία κυκλοφορία για τους Γερμανούς. Το ομώνυμο και το «Tear Down The Walls» με εξαιρετική κιθαριστική δουλειά στο γνώριμο ύφος του συγκροτήματος, ενώ το προσωπικό αγαπημένο «Stortebeker» που μιλάει για τον ομώνυμο πειρατή είναι από τα καλύτερα τραγούδια που έγραψε ποτέ ο Rolf, στο κλασικό τους 6/8 μοτίβο και ήταν ικανό να κρατήσει ένα ολόκληρο album μόνο του πόσο μάλλον ένα EP. Απαραίτητο!

Tags :

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley και οι Ratt, κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.