ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ CRISIS POINT

Βάζουμε τα album των Rush από το λιγότερο καλό-προς το καλύτερο

Σαράντα χρόνια συμπληρώθηκαν στις 15 Φεβρουαρίου από την κυκλοφορία του «Fly By Night», του δεύτερου άλμπουμ των Rush, πρώτου όμως με τη σύνθεση Lee – Lifeson – Peart, η οποία παρά τα χτυπήματα της μοίρας δεν άλλαξε ποτέ. Αυτά ακριβώς τα 40 χρόνια είναι που ετοιμάζονται να γιορτάσουν φέτος οι…

Σαράντα χρόνια συμπληρώθηκαν στις 15 Φεβρουαρίου από την κυκλοφορία του «Fly By Night», του δεύτερου άλμπουμ των Rush, πρώτου όμως με τη σύνθεση Lee – Lifeson – Peart, η οποία παρά τα χτυπήματα της μοίρας δεν άλλαξε ποτέ. Αυτά ακριβώς τα 40 χρόνια είναι που ετοιμάζονται να γιορτάσουν φέτος οι Καναδοί, με μια περιοδεία που, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, θα περιοριστεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η επέτειος αυτή αποτελεί την ιδανική αφορμή για μια αναδρομή στη δισκογραφία των Rush, από το ομώνυμο ντεμπούτο του 1974 μέχρι το Clockwork Angels του 2012 (εξαιρώντας το Feedback, το άλμπουμ – φόρο τιμής σε καλλιτέχνες που άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή στη μουσική πορεία τους) κατατάσσοντάς τα ταυτόχρονα από το χειρότερο – για την ακρίβεια από το λιγότερο καλό – προς το καλύτερο. Η προσέγγιση φυσικά είναι καθαρά προσωπική, καθώς η άτυπη αυτή αξιολόγηση σηκώνει πολλή συζήτηση, με όποια σειρά και αν τοποθετούνταν αυτά τα 19 άλμπουμ.

testforechoTest For Echo (1996)
Λένε ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι σαν τις μεγάλες ομάδες. Όσο καλά και να παίζουν δικαιούνται να έχουν και τις κακές στιγμές τους. Το Test For Echo δεν το λες κακό, αλλά κάτι ακόμα χειρότερο: μια εντελώς αδιάφορη κυκλοφορία. Παρά την καλογυαλισμένη παραγωγή και το άρτιο παίξιμο δίνει την εντύπωση ότι έγινε αναγκαστικά, μόνο και μόνο επειδή είχαν μεσολαβήσει ήδη τρία χρόνια από το προηγούμενο άλμπουμ (Counterparts), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτε ένα αξιομνημόνευτο κομμάτι (με εξαίρεση ίσως το Driven). Οι Rush χρειάστηκαν πάνω από 30 χρόνια για να… πετύχουν κάτι τέτοιο, όμως το ελαφρυντικό αυτό δεν σώζει το Test For Echo που έρχεται με το σπαθί του τελευταίο και καταϊδρωμένο.

caressofsteel

Caress Of Steel (1975) 

Τον Σεπτέμβριο του 1975, λίγους μόλις μήνες μετά την κυκλοφορία (και την εμπορική επιτυχία) του Fly By Night, έρχεται ο διάδοχός του, στο άκουσμα του οποίου δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι Rush καλύτερα να είχαν πάει διακοπές παρά να έμπαιναν τόσο γρήγορα ξανά στο στούντιο. Αντίθετα μια μεγάλη μερίδα των οπαδών ακόμα και σήμερα το θεωρεί αδικημένο. Προσωπικά πιστεύω ότι κομμάτια όπως το Bastille Day και το Lakeside Park θα στέκονταν επάξια σε άλμπουμ όπως το A Farewell to Kings ή ακόμα και το 2112, ωστόσο το γεγονός και μόνο ότι το Caress of Steel «κατάφερε» να διχάσει όσο κανένα άλλο στην 40χρονη πορεία των Καναδών, το στέλνει δικαιολογημένα αρκετά χαμηλά.

holdyourfireHold Your Fire (1987)
Άλλα prog rock σχήματα μπορεί να σκότωναν για να βγάλουν ένα τέτοιο δίσκο, όμως για τους Rush το Hold Your Fire αποτελεί μια μέτρια στιγμή της δισκογραφίας τους. Το συγκρότημα για πρώτη φορά ακούγεται αμήχανο, σαν να αναζητά τα πατήματά του σε ένα ποπ «γήπεδο» που δεν του ταιριάζει ιδιαίτερα. Η… κατάπαυση πυρός ήταν γεγονός, καθώς με εξαίρεση το εναρκτήριο και πιασάρικο Force Ten και το Mission, στο οποίο Geddy Lee δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες του, το Hold Your Fire είναι ένα άλμπουμ που θα μπορούσαμε να ζήσουμε και χωρίς αυτό …

rushalbumRush (1974)
Ήταν Αύγουστος του 1974 όταν το καναδέζικο τρίο συστηνόταν στο ευρύ κοινό μέσα από το ομώνυμο άλμπουμ του. Με παρουσιαστικό που θυμίζει περισσότερο κομπάρσους από το «Κόναν ο Βάρβαρος», οι Geddy Lee, Alex Lifeson και John Rutsey (ο ντράμερ που αντικαταστάθηκε από τον Neil Peart) κυκλοφορούν έναν δίσκο με hard rock προσανατολισμό και εμφανείς ζεπελινικές καταβολές. Μπορεί να είναι πολύ λιγότερο Rush και μάλλον άτολμο συνθετικά -σε σχέση φυσικά με ό,τι ακολούθησε- ωστόσο κομμάτια όπως το εναρκτήριο Finding My Way, το In The Mood και κυρίως το κλασικό Working Man βρίσκουν ακόμα και σήμερα μια θέση στα συναυλιακά setlist της μπάντας.

vaportrailsVapor Trails (2002)
Τα έξι χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την κυκλοφορία του Test For Echo ήταν το μεγαλύτερο αλλά και απόλυτα εύλογο κενό στη δισκογραφία των Rush. Ο αδόκητος χαμός πρώτα της κόρης και λίγο αργότερα της γυναίκας του Neil Peart έφερε την μπάντα στα πρόθυρα της διάλυσης καθώς ήταν δεδομένο ότι θα συνέχιζαν μόνο αν εκείνος αποφάσιζε να αλλάξει την απόφασή του να αποσυρθεί. Όπως και έγινε στις αρχές του 2001. Δυναμικό και ταυτόχρονα μελαγχολικό, το Vapor Trails, στο οποίο τα keyboards έμειναν στην αποθήκη, είναι αυτό ακριβώς που πέτυχαν οι Rush από το εναρκτήριο κιόλας κομμάτι: One Little Victory. Η επιστροφή που όλοι περίμεναν μετά από τα τραγικά γεγονότα αλλά και το αδιάφορο Test For Echo πήρε σάρκα και οστά, μέσα από ένα συναισθηματικά φορτισμένο άλμπουμ και κομμάτια όπως το Ceiling Unlimited, Ghost Rider και Secret Touch, τα οποία όριζαν τους Rush της νέας –τότε- χιλιετίας.

powerwindowsPower Windows (1985)
Σε μια χρονική περίοδο που η μουσική κοινότητα δεν έχει ακόμα συνέλθει από το The Unforgettable Fire των U2 και με τους Police να εξαργυρώνουν την επιτυχία του Synchronicity, οι Rush κυκλοφορούν το άλμπουμ που είναι πιο κοντά στο πνεύμα της εποχής του από οποιοδήποτε άλλο είχαν κάνει μέχρι εκείνο το σημείο. Λιγότερο progressive και περισσότερο new wave και pop, το Power Windows ακολουθεί παρά ακολουθείται, ενώ σε μια αποστροφή του το περιοδικό Rolling Stone το χαρακτήρισε τότε ως «τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους Yes και τους Sex Pistols». Το άλμπουμ, που ήταν το πρώτο των Rush που κυκλοφόρησε κατευθείαν σε CD, χαρακτηρίζεται από την εκτεταμένη χρήση samples που πλέον είχαν γίνει πολύ της μόδας, αλλά και από τα αφρικανικά περάσματα του Peart, ιδιαίτερα στο ταξιδιάρικο Mystic Rhythms, όπου σε αρκετά σημεία τα tom του ακούγονται σαν να βγήκαν από τα βάθη της ζούγκλας.

prestoPresto (1989)
Είμαι αρκετά… νέος για να ξέρω αν το 1989 η κυκλοφορία του διαδόχου του Hold Your Fire συνοδεύτηκε από δηλώσεις συγγνώμης και μετάνοιας για τον προκάτοχό του, όμως από τις πρώτες νότες του Show Don’t Tell είναι ξεκάθαρη η πρόθεση των Rush να βαδίσουν σε πιο γνώριμα και σίγουρα μονοπάτια. Το γεγονός όμως ότι το Presto στο σύνολό του τελικά δεν αποδείχτηκε ο λαγός που ήθελαν να βγάλουν από το καπέλο τους οι Καναδοί «μάγοι» οφείλεται στην κοιλιά που κάνει στο δεύτερο μισό. Εκεί που τα The Pass και War Paint έχουν απογειώσει το άλμπουμ η συνέχεια δεν είναι ανάλογη. Ακούγοντας σήμερα το cd, το δάχτυλο γλιστράει εύκολα στο πλήκτρο skip και σταματάει όχι ένα ή δύο αλλά πέντε τραγούδια μετά, στο Hand Over Fist. Τουλάχιστον τα λάθη του Hold Your Fire έδειχναν να διορθώνονται, ή μήπως όχι…;

permanentwavesPermanent Waves (1980)
Την πρωτοχρονιά του 1980 ο Άγιος Βασίλης έκρυβε στο σάκο του εκτός από παιδικά παιχνίδια και ένα δώρο για τα μεγάλα παιδιά. Το λεπτό τετράγωνο πακέτο που βρήκαν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο οι φίλοι των Rush δεν ήταν άλλο από το νέο άλμπουμ, που σηματοδοτούσε και τη μεγάλη αλλαγή στη μουσική κατεύθυνση των Καναδών. Το εναρκτήριο The Spirit of Radio φανερώνει τη διάθεσή τους να απευθυνθούν σε ένα πιο ευρύ κοινό, με το συγκεκριμένο κομμάτι εκτός από το όνομα να έχει και τη χάρη καθώς αντιμετωπίζεται πολύ φιλικά από τα ραδιόφωνα της εποχής. Ως αποτέλεσμα της υποδοχή και αποδοχής του δίσκου ήταν να σκαρφαλώσει πολύ ψηλά στα αμερικανικά charts και να γίνει το πρώτο άλμπουμ των Rush που έγινε χρυσό στις ΗΠΑ. Το Natural Science που κλείνει το δίσκο δείχνει την απροθυμία τους να αφήσουν οριστικά πίσω τα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, και δικαίως, αφού πρόκειται κατά για ένα από τα καλύτερα και πιο heavy κομμάτια που έχουν γράψει. Μπορεί συνολικά να μην είναι από τις καλύτερες κυκλοφορίες τους, ωστόσο είναι σίγουρα ένα άλμπουμ – σταθμός και προπομπός αυτού που θα ακολουθούσε ένα χρόνο αργότερα.

rollthebonesRoll The Bones (1991)
Με μια βόλτα στα forums όπου οι οπαδοί των Rush ανταλλάσσουν απόψεις για τα άλμπουμ διαπιστώνει κανείς τις τάσεις αφορισμού που επικρατούν. Why does it happen? Αναρωτιέται ο… ποιητής Peart στο ομότιτλο κομμάτι και απαντά: Because it happens. «It shouldn’t have happened», αντιτείνουν εκείνοι που χαρακτηρίζουν το Roll the Bones ως «ένα άλμπουμ που δεν έπρεπε να κυκλοφορήσει ποτέ», ή «το μεγάλο λάθος που δυστυχώς έμελλε να γίνει». Σόρι γκάιζ, αλλά θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. ΟΚ, συμφωνώ, το εν λόγω άλμπουμ είναι πιο σοφτ και από το Βιτάμ, αλλά στα αυτιά μου κυλάει τόσο ευχάριστα που μου είναι αδύνατο να το θάψω. Dreamline και Roll the Bones βρήκαν χώρο και χρόνο στο αμερικανικό ραδιόφωνο και τα αμερικανάκια έστειλαν το άλμπουμ στο top 5. Κι επειδή μπορεί να κρύβω ένα αμερικανάκι μέσα μου, το λάτρεψα κι εγώ. Όχι τόσο ώστε να το βάλω στο δικό μου top 5, αλλά αρκετά.

flybynightFly By Night (1975)
Με τον Neil Peart να κρατάει πλέον τις μπαγκέτες αλλά και. τα μολύβια, καθώς εκτός από ντράμερ ανέλαβε σχεδόν εργολαβικά και το στιχουργικό κομμάτι, οι Rush κυκλοφορούν το άλμπουμ που τους προσδιορίζει μουσικά τουλάχιστον μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70. Η παιδεία και το παίξιμο του νέου άρχοντα του drumkit δίνουν τη δυνατότητα στους Lee και Lifeson να εντρυφήσουν σε πιο πολύπλοκα μουσικά πεδία, βάζοντας για τα καλά τους Rush στο κάδρο του progressive rock. Μάλιστα, με το εννιάλεπτο By-Tor & the Snow Dog δίνουν μια πρώτη γεύση από τις μακρόσυρτες επικές και αφηγηματικές συνθέσεις που επρόκειτο να ακολουθήσουν.

hemispheresHemispheres (1978)
Πρόκειται για το άλμπουμ το οποίο σηματοδοτεί τη μετάβαση των Rush από τον κύκλο της πολλά υποσχόμενης μπάντας σε αυτόν της απόλυτης καταξίωσης. Από το εναρκτήριο Cygnus X-1 Book II: Hemispheres, οι Rush και ειδικά ο Lifeson δείχνουν τις προθέσεις τους να δώσουν περισσότερο χώρο σε μελωδικά και με λιγότερη παραμόρφωση riffs. Για τελευταία φορά συναντάμε το φαινόμενο ένα τραγούδι να καταλαμβάνει μια ολόκληρη πλευρά, ενώ αντίθετα με το La VillaStrangiato μας προσφέρουν το πρώτο instrumental αριστούργημά τους, το οποίο σύμφωνα με τον Neil Peart χρειάστηκε περισσότερο χρόνο να ηχογραφηθεί απ’ ότι ολόκληρο το Fly by Night. Ακούγοντάς το ξανά και ξανά διαπιστώνει κανείς ότι δεν πρόκειται για υπερβολή ή σχήμα λόγου, αφού μέσα στα δέκα λεπτά που διαρκεί εμπεριέχεται όλη η συνθετική και εκτελεστική πρόοδος που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Γιατί τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμη…

graceunderpressureGrace Under Pressure (1984)
Με το Signals να έχει γίνει αποδεκτό από ένα ευρύτερο κοινό θα περίμενε κανείς οι Rush να εφαρμόσουν το δόγμα «ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει» και να συνεχίσουν με την ίδια συνταγή. Ωστόσο, το Grace Under Pressure αποτελεί το πρώτο άλμπουμ χωρίς τον παραγωγό Terry Brown, τον άνθρωπο που ήταν εν πολλοίς υπεύθυνος για τον ήχο των Rush και τις αλλαγές που συντελούνταν σε αυτόν τον τομέα μέχρι τότε. Μετά το ναυάγιο της προσπάθειας να συνεργαστούν με τον Steve Lillywhite, ο οποίος τότε είχε δουλέψει για τον Peter Gabriel και τους U2, η μπάντα παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και αποφασίζει να επαναφέρει την ένταση και το νεύρο που έλειπαν από το Signals, ακολουθώντας όμως τις ίδιες συνθετικές δομές. Το αποτέλεσμα είναι ένα ισορροπημένο άλμπουμ, που έκλεινε το μάτι και στους οπαδούς που είχαν στραβώσει με την… light στροφή του Signals. Οι τελευταίοι μπορεί να μην αγκάλιασαν το συμπαθητικό Distant Early Warning που αποτελεί το χιτάκι του δίσκου, ωστόσο κομμάτια όπως τα Afterlife, Red Sector A και Between the Wheels θα έβρισκαν τη θέση τους ψηλά στις playlists τους.

clockworkangelsClockwork Angels (2012)
Το Snakes And Arrows είχε ανεβάσει ξανά τον πήχη ψηλά και η μπάντα βάλθηκε να αποδείξει ότι πράγματι, η γριά κότα έχει το ζουμί. Μια πρώτη γεύση του άλμπουμ είχαν δώσει οι ίδιοι οι Rush παίζοντας ζωντανά τα Caravan και BU2B κατά τη διάρκεια της περιοδείας Time Machine για τα 30 χρόνια από την κυκλοφορία του Moving Pictures. Το κυρίως πιάτο εκτός από τα δύο αυτά αποτελείται από κομματάρες όπως το Headlong Flight, το The Anarchist και φυσικά το ομώνυμο, τα οποία αποπνέουν μια ’70s αισθητική ως προς τη δομή τους θυμίζοντας αρκετά τους Rush εκείνης της περιόδου. Το Clockwork Angels έκανε την πιο δυναμική είσοδο από κάθε άλλο άλμπουμ των Rush, κατευθείαν στο νούμερο 2 του Billboard, δίνοντας και μια άτυπη απάντηση σε όσους πίστευαν ότι ο χρόνος είχε αρχίσει να μετράει αντίστροφα.

afarewelltokingsA Farewell To Kings (1977)
To άλμπουμ που είχε το βαρύ φορτίο να ακολουθήσει το 2112 και συνεπώς να ανταποκριθεί στα πολύ υψηλά στάνταρντ που αυτό είχε δημιουργήσει. Οι Καναδοί, οι οποίοι για την ηχογράφηση του Α Farewell to Kings πετάγονται μέχρι την Αγγλία, δεν μάσησαν. Από τις πρώτες νότες του ομώνυμου κομματιού γίνεται αντιληπτή η πρόθεσή τους να πάνε ένα βήμα παραπέρα. Εμπλουτίζουν τις συνθέσεις αρκετά folk στοιχεία τα οποία παντρεύουν αρμονικά με ηλεκτρονικά μέρη και samples, δημιουργώντας μια σχεδόν μυστικιστική ατμόσφαιρα, η οποία αποτυπώνεται κυρίως στο έπος Xanadu αλλά και στο πρώτο μέρος του Cygnus X-1 (το δεύτερο μέρος ήταν το εναρκτήριο κομμάτι του Hemispheres που ακολούθησε, ένα χρόνο αργότερα). Το A Farewell to Kings φιλοξενεί και το πρώτο χιτάκι των Rush. Το Closer to the Heart άγγιξε πολλές καρδιές με αποτέλεσμα να γίνει σχεδόν mainstream. Λέγεται μάλιστα ότι αυτό δεν άρεσε και τόσο στους αντισυμβατικούς μουσικούς, οι οποίοι σύμφωνα πάντα με τον αστικό μύθο, αποφάσισαν να το βγάλουν για μεγάλο διάστημα από τα setlist των συναυλιών τους.

counterpartsCounterparts (1993)
Εχουν περάσει δυο χρόνια από την κυκλοφορία του αμφιλεγόμενου Roll the Bones και οι Rush μπαίνουν για 15η φορά στο στούντιο. Από τις πρώτες κιόλας νότες του Animate Me είναι φανερό ότι η μαλθακότητα του προηγούμενου άλμπουμ είναι παρελθόν. Το Counterparts είναι ό,τι πιο heavy έκαναν από το Permanent Waves και μετά. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η επιστροφή του παραγωγού Peter Collins, ο οποίος στα χρόνια που μεσολάβησαν από την τελευταία του συνεργασία με τους Rush –το Hold Your Fire- έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του σε διαμάντια μεταξύ των οποίων τα ανυπέρβλητα Operation: Midcrime και Empire των Queensryche. Στο διά ταύτα, πάντως, θα έλεγε κανείς ότι το Counterparts εκτός από εξαιρετικό στο σύνολό του είναι και πολύ ισορροπημένο αφού δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις ή να αγνοήσεις κάποια κομμάτια. Παράλληλα σηματοδοτεί και το τέλος μιας δισκογραφικής «συνέπειας» για τους Rush, οι οποίοι κυκλοφορούσαν ένα άλμπουμ το αργότερο κάθε δύο χρόνια. Κάτι απόλυτα φυσιολογικό αφού έκλειναν ήδη 30 χρόνια στο κουρμπέτι.

snakesandarrowsSnakes And Arrows (2007)
Από το 1993 και το Counterparts, μέσα από το οποίο γνώρισα σους Rush, έπρεπε να φτάσουμε στο 2007 για να ενθουσιαστώ με μια νέα δουλειά τους. Το Test For Echo πέρασε και δεν ακούμπησε, το Vapor Trails ήταν ένα άλμπουμ ειδικών συνθηκών και το Feedback μια συλλογή από εξαιρετικές διασκευές που είχε μάλλον υποστηρικτικό ρόλο για την περιοδεία με την οποία γιόρτασαν τα 30 χρόνια τους. Πλέον στα 55 τους και με 17 στούντιο άλμπουμ στην πλάτη δύσκολα θα περίμενε κανείς ότι θα έβγαζαν ένα δίσκο που θα διεκδικούσε μια θέση ανάμεσα στους καλύτερούς τους. Με χημεία και το δέσιμό τους να είναι δεδομένα, αυτό που έλειπε ήταν οι ιδέες και μια κλοτσιά στον πισινό. Αυτήν την τελευταία την έδωσε η ζωντανή παραγωγή του Nick Raskulinecz, ο οποίος τότε είχε δουλέψει με τους Foo Fighters και Velver Revolver και κατάφερε να κάνει τους Rush να ακούγονται πιο φρέσκοι από ποτέ. Το Far Cry είναι ίσως το καλύτερο opening tracks από την περίοδο του Tom Sawyer, ενώ το The Main Monkey Business κοιτάζει στα μάτια τα instrumental διαμάντια του παρελθόντος.

21122112 (1976)
Η ψυχρή υποδοχή του Caress of Steel από τη μουσική κοινότητα φαίνεται ότι λειτούργησε ευεργετικά για τους Καναδούς, οι οποίοι προσφέρουν το πρώτο ορόσημο της δισκογραφίας τους. Το 2112, στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Starman, η φιγούρα που έγινε έμβλημα των Rush, είναι ένα άλμπουμ που πηγαίνει την έννοια progressive rock ένα επίπεδο παραπάνω. Ειδικά το ομώνυμο κομμάτι που καταλαμβάνει ολόκληρη την πρώτη πλευρά του δίσκου αποτελεί λόγο ύπαρξης και σημείο αναφοράς για τα μεγαθήρια του progressive metal. To μεγαλείο του άλμπουμ πάντως έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι συνθέσεις της δεύτερης πλευράς που ακολουθούν υποστηρίζουν επάξια το 2112, με το A Passage to Bankgok να είναι ένα από τα all time classics του καναδέζικου τρίου. Ως επιστέγασμα της αποδοχής και της επιτυχίας ήρθε λίγους μήνες αργότερα η κυκλοφορία του All the World is a Stage, του πρώτου – και για πολλούς καλύτερου – live των Rush.

signalsSignals (1982)

Πρόκειται για τον δίσκο που είχε την εξαιρετικά βαριά κληρονομιά να διαδεχτεί το καλύτερο άλμπουμ τους. Για μια μπάντα όμως που εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο peak της δημιουργικότητάς της η διαχείριση δεν ήταν δύσκολη. Από το πρώτο κιόλας γλίστρημα της βελόνας πάνω στο βινύλιο είναι εμφανής η διάθεσή τους να πατήσουν πάνω στις φόρμες του Moving Pictures αλλά και να χαμηλώσουν ταυτόχρονα τους τόνους. Εμπλουτίζοντας τις συνθέσεις τους με ακόμα περισσότερα ethnic στοιχεία και δίνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στα keyboards, κάτι που γίνεται κυρίως στο πειραματικό Subdivisions που ανοίγει το άλμπουμ, οι Rush προσφέρουν ακόμα ένα διαμάντι που σηματοδοτεί το πέρασμά τους σε μια ας το πούμε λιγότερο heavy περίοδο. Με κομμάτια όπως το Analog Kid, το Digital Man και το Coundtown, το Signals δεν μπορεί παρά να δικαιολογεί απόλυτα την υψηλή του θέση σε αυτό το… countdown.

movingpicturesMoving Pictures (1981)
Ο μοναδικός δίσκος, για τη θέση του οποίου δεν προβληματίστηκα ούτε στιγμή. Το Moving Pictures ήταν το πρώτο άλμπουμ των Rush που άκουσα μετά από το Counterparts. Πάνε πάνω από 20 χρόνια από τότε. Θυμάμαι ότι το Images And Words των Dream Theater είχε κάνει κατάληψη στο πικάπ μου και το Moving Pictures, κατά κάποιο τρόπο, το αποκαθήλωσε. Δεν ξέρω αν έχει νόημα να μιλήσει κάποιος για τα τραγούδια ξεχωριστά, καθώς από την επιβλητική εισαγωγή του Tom Sawyer μέχρι την τελευταία νότα του Vital Signs, το Moving Pictures είναι το άλμπουμ που ορίζει όσο κανένα άλλο τους Rush σε βάθος χρόνου και ακούγεται το ίδιο φρέσκο όπως το 1981. Μετά λόγου γνώσεως αν κάποιος μου ζητούσε να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου σε ένα ερημονήσι παίρνοντας μαζί μου τους 10 αγαπημένους μου δίσκους, το Moving Pictures θα ήταν ένας από αυτούς.

Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Latest from CRISIS POINT

Go to Top