Ξανακούσαμε τα album των Machine Head περιμένοντας το «Catharsis»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΛΟΣ
Posted on Ιανουάριος 24, 2018, 7:56 πμ
46 secs

Λίγες μέρες πριν από την επίσημη κυκλοφορία του «Catharsis» και με τα πρώτα δείγματα από την πολυαναμενόμενη νέα δουλειά των Machine Head κάθε άλλο παρά θετικά να είναι, το rockyourlife.gr επιχειρεί μια αναδρομή στην δισκογραφία της παρέας του Robb Flynn κατατάσσοντας τα album τους από το χειρότερο προς το καλύτερο.

Supercharger (2001)
Όταν το 1999 οι Machine Head κυκλοφορούσαν το «The Burning Red», οι περισσότεροι ήλπιζαν ότι το άλμπουμ αυτό θα αποτελούσε απλά μια κακή παρένθεση.  Δυστυχώς όμως τα πράγματα έμελε να γίνουν ακόμα χειρότερα. Τα nu metal χαρακτηριστικά που μας έκαναν να αντιπαθήσουμε τον προκάτοχό του εδώ πλέον κυριαρχούν απόλυτα, με τον Flynn να ουρλιάζει σε hip-hop ρυθμούς παρά να τραγουδάει, καθιστώντας έτσι το «Supercharger» κάτι περισσότερο από έναν κακό, απρόσωπο και δίχως έμπνευση δίσκο που δεν θύμιζε σε τίποτα την μπάντα η οποία είχε καταφέρει να στρέψει πάνω της τους προβολείς και να χαρακτηριστεί ως οι «νέοι Pantera». Ευτυχώς, η παρένθεση αυτή επρόκειτο πολύ σύντομα να κλείσει και μάλιστα με τρόπο εκκωφαντικό…

The Burning Red (1999)
Σε μια εποχή που το nu metal ρεύμα παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του, οι Machine Head παρουσιάζουν το πιο αμφιλεγόμενο άλμπουμ τους. Οι επιρροές από τη μόδα της εποχής είναι διάχυτες αλλά ενσωματωμένες με τέτοιο τρόπο που να μην ξενίζουν, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που αυτό συνέβη στο «Supercharger». Παρόλα αυτά το άλμπουμ κατάφερε να διχάσει οπαδούς και κριτικούς όσο κανένα άλλο και ο λόγος που «νικάει» στα σημεία τον διάδοχό του στην άτυπη μάχη για το… συνθετικό ναδίρ των Machine Head είναι ότι οι πειραματισμοί δεν αλλοίωσαν τόσο πολύ τον ήχο της μπάντας, ενώ εξακολουθεί να παραμένει ένα από τα best seller της μπάντας.

Bloodstone and Diamonds (2014)
Μετά από ένα σερί τριών εξαιρετικών album που τους πρόσφερε ένα νέο συμβόλαιο με τη Nuclear Blast, οι Machine Head παρουσιάζουν ένα album κατώτερο των περιστάσεων και των προσδοκιών που είχαν δημιουργήσει τόσο οι προκάτοχοί του όσο και το εναρκτήριο κομμάτι Now We Die. Το «Bloodstone and Diamonds» δεν συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το «Unto the Locust», αλλά βαδίζει στον ίδιο ακριβώς δρόμο χωρίς να παρουσιάσει κάτι νέο. Το πρόβλημά του όμως δεν είναι τόσο αυτό όσο το γεγονός ότι περιλαμβάνει ως επί το πλείστον αδιάφορες συνθέσεις, με εξαίρεση φυσικά τα Now We Die, Killers and Kings και Take Me Through the Fire, τα οποία όμως δεν αρκούν για να σώσουν την κατάσταση.

The More Things Change (1997)
Δεν κρύβω ότι είμαι από εκείνους που προτιμούν την δεύτερη περίοδο των Machine Head, αυτήν δηλαδή που έχει ως σημείο εκκίνησης το «Through the Ashes of Empires» και υπό αυτό το πρίσμα ίσως και να αδικώ το «The More Things Change». Ακούγοντάς το όμως ξανά μετά από αρκετό καιρό επιβεβαιώνω αυτό που πάντα πίστευα, ότι δηλαδή είναι πολύ πιο αδύναμο από το ντεμπούτο τους και ομολογώ ότι δεν μπορώ να βρω τους λόγους για τους οποίους θεωρείται από πολλούς το πιο υποτιμημένο άλμπουμ των Machine Head. To groove metal που μας παρουσίασαν στο «Burn My Eyes» είναι εδώ, με λίγες περισσότερες hardcore δόσεις, αλλά απουσιάζει το στοιχείο της έκπληξης.  Ένα Ten Ton Hammer, ένα Take My Scars και οι ενδιαφέρουσες εναλλαγές στον ρυθμό του Bay of Pigs δεν αρκούν για να μου αλλάξουν γνώμη και να το φέρουν πιο ψηλά.

Unto the Locust (2011)
Το άλμπουμ που είχε τον άχαρο ρόλο να διαδεχτεί το «The Blackening» (για το οποίο θα μιλήσουμε… πιο κάτω). Όταν κυκλοφόρησε έτυχε ιδιαίτερα θερμής υποδοχής αλλά δεν ήταν και λίγοι οι ορκισμένοι οπαδοί των Machine Head που το αποκήρυξαν επειδή η πλάστιγγα έγερνε προς τη μελωδία περισσότερο από κάθε άλλο album της μπάντας, ενώ και ο Flynn ακούγεται λιγότερο brutal από ποτέ. Tα δύο αυτά στοιχεία κάθε άλλο παρά εκτός πραγματικότητας είναι, αλλά από μόνα τους δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί  το «Unto the Locust» κακό. Στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε καν μέτριο. Απλά ο λόγος που βρίσκεται… εκτός βάθρου σε αυτήν την αξιολόγηση είναι επειδή είναι οριακά λιγότερο καλό από την τριάδα που ακολουθεί. Αλλωστε, πόσο μέτριο μπορεί να είναι ένα album με κομμάτια σαν το Be Still and Known, Locust και This is the End…

Burn my Eyes (1994)
Let freedom ring with a shotgun blast!
Όταν το Bay Area thrash groovάρει με τον τσαμπουκά των Pantera για να ντύσει τους οργισμένους και έντονα πολιτικοποιημένους στίχους του Robb Flynn, το αποτέλεσμα είναι το άλμπουμ με το οποίο οι Machine Head συστήθηκαν στο κοινό. Το «Burn My Eyes» είναι μια πραγματική μηχανή παραγωγής riff, με κομμάτια σαν το Davidian, το Old και το Blood for Blood που πήγαν τον post-thrash ήχο των Pantera ένα επίπεδο παραπέρα. Μπορεί συνολικά να υπολείπεται συνθετικά από album που προηγήθηκαν, ωστόσο η συνεισφορά του ως σωσίβιο σε μια σκηνή που την εποχή εκείνη παρέπαιε παραδομένη στις ορέξεις του grunge είναι αυτό που του δίνει περισσότερους πόντους στο γενικότερο ταμείο.

Through the Ashes of Empires (2003)
Μετά το άγριο κράξιμο που ακολούθησε την κυκλοφορία του απαράδεκτου «Supercharger» η επιστροφή σε αυτό που ήξεραν να κάνουν καλύτερα φάνταζε ως μονόδρομος για τους Machine Head. Οι hip-hop ρυθμοί έχουν εξαλειφθεί, τα nu metal στοιχεία περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για το ύφος τους και το συγκρότημα groovάρει ξανά φωνάζοντας «παρών» μέσα από ένα album που ακόμα και μέσα στην ανισότητά του (δύσκολα βρίσκεις κομμάτια που να μπορούν να κοιτάξουν στα μάτια το επιβλητικό Imperium και το φορτισμένο Descend the Shades of Night) ζητάει μια πειστική συγγνώμη από τους οπαδούς τους για τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος και δίνει ένα ηχηρό χαστούκι σε όσους τους είχαν για ξοφλημένους. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι με το «Through the Ashes of Empires», οι Machine Head όχι μόνο αναγεννιούνται από τις στάχτες τους αλλά προετοιμάζουν το έδαφος για αυτό που θα ακολουθούσε μετά από μια τετραετία.

The Blackening (2007)
Μπορεί να έχουν ακουστεί και γραφτεί πολλές υπερβολές για το «The Blackening», όπως για παράδειγμα ότι ήταν για τη δεκαετία του 2000 ό,τι το «Master of Puppets» για τα 80’s, όμως η ουσία δεν αλλάζει. Τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του «Through the Ashes of Empires», με το οποίο έκαναν το απόλυτο restart και μετά από ένα διάστημα κατά το οποίο γιγάντωναν το όνομά τους, οι Machine Head κυκλοφορούν το πιο μεστό και ισορροπημένο album τους. Ο Flynn δεν διστάζει να πειραματιστεί εντάσσοντας στοιχεία που δένουν αρμονικά μεταξύ τους δημιουργώντας έναν δίσκο όπου το παρελθόν της μπάντας συναντά το μέλλον, η οργή παντρεύεται με τη μελωδία και γεννά ακόμα και 10λεπτα έπη, όπως το εναρκτήριο Clenching the Fists of Dissent και το ανυπέρβλητο Halo, αλλά και τα κλασικά για το είδος Aesthetics of Hate, Beautiful Morning και Now I Lay Thee Down. Οι Machine Head ρίσκαραν ξανά, μόνο που αυτή τη φορά δικαιώθηκαν απόλυτα!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΛΟΣ
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...