ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ TOP STORIES/ΠΡΟΣΩΠΑ

Nightfall: «Το σκοτάδι είναι ωραίο στην τέχνη, αλλά όχι και στη ζωή»

Ο Ευθύμης Καραδήμας εξηγεί πώς η μάχη του με την κατάθλιψη έγινε η αιτία για τη επιστροφή των Nightfall.  Ο νέος δίσκος των Nightfall «At Night We Prey» είναι εδώ και ο Ευθύμης Καραδήμας εξηγεί στον Γιάννη Πούλλο πώς η «αόρατη» ασθένεια έγινε η αιτία για την επιστροφή του συγκροτήματος…

Ο Ευθύμης Καραδήμας εξηγεί πώς η μάχη του με την κατάθλιψη έγινε η αιτία για τη επιστροφή των Nightfall. 

Ο νέος δίσκος των Nightfall «At Night We Prey» είναι εδώ και ο Ευθύμης Καραδήμας εξηγεί στον Γιάννη Πούλλο πώς η «αόρατη» ασθένεια έγινε η αιτία για την επιστροφή του συγκροτήματος μετά από 8 χρόνια απουσίας.

«Δεν σου κρύβω ότι έχω… διαβάσει το album περισσότερες φορές από όσες το έχω ακούσει», εξομολογήθηκα στον Ευθύμη Καραδήμα στην αρχή της κουβέντας μας. «Είσαι της παλιάς σχολής, των 70s και των 80s που τα περισσότερα albums είχαν και κάποιο κοινωνικό μήνυμα, μιλάγανε για τα κακώς κείμενα, ανέλυαν και έπαιρναν θέση. Είναι πολύ σημαντικό στη σημερινή εποχή που οι περισσότεροι ρίχνουν το βάρος μόνο στη μουσική να πιάνεις τα νοήματα και να μη βλέπεις κενά γράμματα», απάντησε ο frontman των Nightfall, η δισκογραφική επιστροφή των οποίων μετά από 8 χρόνια απουσίας είναι είδηση από μόνη της.

Ακόμα πιο σημαντικός όμως είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ευθύμης αποφάσισε να δώσει τέλος στο μεγάλο αυτό διάλειμμα. Ο ίδιος μας άνοιξε το σπίτι του, κυρίως όμως μας άνοιξε την ψυχή του. «Ψάχνω να βρω -και ίσως μου πάρει χρόνια- αν οι παύσεις αυτές στην πορεία των Nightfall είχαν να κάνουν με την κατάθλιψη, αυτό όμως για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι εκεί οφείλεται η άρνηση να κάνουμε συναυλίες».

Όταν έμαθα για την κατάθλιψη από τη μία εκνευρίστηκα αφού ενώ έβλεπα τα σημάδια άφησα τον χρόνο να με φθείρει, από την άλλη όμως αισθάνθηκα ότι όλο αυτό έπρεπε να το μοιραστώ ανοιχτά

Τι ήταν αυτό που επαναδραστηριοποίησε τους Nightfall μετά από 8 χρόνια απουσίας;
Μετά το «Cassiopeia», ένιωσα ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο για να καταθέσω με τους Nightfall, συναυλίες δεν κάναμε για δικούς μας λόγους, οπότε έπρεπε ή να βγει ένας νέος δίσκος ή να κάνουμε μια παύση.

Δεν θα ήταν όμως η πρώτη φορά στην ιστορία των Nightfall που συνέβαινε κάτι τέτοιο…
Όχι, είχε ξαναγίνει και όπως λέω χαριτολογώντας η ιστορία αυτής της μπάντας είναι σαν σειρά του Netflix, με σεζόν και μάλιστα καθεμία εντελώς συμπτωματικά συμπίπτει με μια ολόκληρη δεκαετία, με διαφορετικό line up και διαφορετική εταιρεία. Στα 90s η Holy Records, στα 00s η Black Lotus, στα 10s η Metal Blade και τώρα στα 20s με τη Season Of Mist. Γενικότερα η προσέγγισή μας προς τη μουσική βιομηχανία είναι πιο… κινηματογραφική, λειτουργούμε σαν ένας σκηνοθέτης που κάθε φορά με διαφορετικό cast προσπαθεί να αναδείξει ένα concept, μια θεματολογία. Τότε λοιπόν, μετά το «Cassiopeia» πίστεψα ότι ήταν το τέλος μιας εποχής. Αυτό που δεν ήξερα ήταν αν θα ήταν για σεζόν ή για πάντα. Ακολούθησε μια πολύ ταραγμένη περίοδος για μένα με τον θάνατο της μητέρας μου, όπου έπρεπε να γίνω γονιός του πατέρα μου… γενικώς έπεσαν πολλά πάνω μου. Επειδή όμως είχα την ανάγκη να παίζω μουσική άρχισα να τζαμάρω με τον φίλο και αδερφό Κώστα Κυριακόπουλο και έτσι δημιουργήθηκαν οι The Slayerking. Αυτό λειτούργησε καταπραϋντικά για μένα, ήταν ένα είδος ψυχοθεραπείας και ταυτόχρονα άρχισε να με βάζει πάλι σε μια διαδικασία που θεωρούσα ότι είχα εγκαταλείψει.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τη Season of Mist; Μέλι έχει η Γαλλία και τραβάει τους Nightfall;
Η γαλλική κουλτούρα είναι πολύ κοντά στη δική μας και η βοήθεια που δίνει η γαλλική σκηνή μέσω των δισκογραφικών στην ελληνική είναι αδιαπραγμάτευτη, ενώ ταιριάζουμε και ως προς τη νοοτροπία. Σε αντίθεση με τη Βόρεια Ευρώπη και τις ΗΠΑ που βλέπουν τη μουσική καθαρά βιοποριστικά, η νοτιοευρωπαίοι είμαστε πρώτα οπαδοί της μουσικής αυτής και μετά οτιδήποτε άλλο. Η Season Of Mist πατάει σε δύο βάρκες. Από τη μία είναι και αυτοί οπαδοί που θέλουν να έχουν τους καλλιτέχνες τους κοντά, να ταιριάζουν τα χνώτα τους και από την άλλη να κάνουν και το business κομμάτι.

Το… cast αυτής της Season Of Mist εποχής δεν είναι ακριβώς καινούργιο, έτσι δεν είναι;
Έτσι είναι. Είχα ήδη δεχτεί (το 2017) ένα τηλεφώνημα από τον Μιχάλη Γαλιάτσο (σ.σ. κιθαρίστας των Nightfall την πρώτη… σεζόν της μπάντας) που μου πρότεινε να ξανακάνουμε κάτι αλλά δεν προχώρησε τότε γιατί αφενός υπήρχαν οι The Slayerking και αφετέρου του εξήγησα πόσο έχει αλλάξει η μουσική βιομηχανία σε σχέση με το παρελθόν. Επιπλέον, όπως είπα και νωρίτερα, δεν αισθανόμουν ότι είχαμε κάτι καινούριο να πούμε.

Ποτέ μη λες ποτέ όμως…
Ακριβώς, η πόρτα έμεινε ανοιχτή και στην πορεία βρεθήκαμε και τζαμάραμε με τον Μιχάλη στο home studio του Φώτη (σ.σ. Fotis Benardo, drums) στο κέντρο της Αθήνας σε κάποια κενά των The Slayerking και μάλιστα γράψαμε κι ένα κομμάτι τότε, το «Agita» που αναφέρεται στον θάνατο της μητέρας μου και με τη μουσική να γράφεται ουσιαστικά σε ένα απόγευμα, λες και περιμέναμε χρόνια να το κάνουμε αυτό. Αλλά έως εκεί… Μέχρι που πριν από δύο χρόνια αφού είχα γονατίσει ζήτησα βοήθεια από κάποιον ειδικό, έμαθα για την κατάθλιψη και δεν σου κρύβω ότι από τη μία εκνευρίστηκα αφού ενώ έβλεπα τα σημάδια άφησα τον χρόνο να με φθείρει, από την άλλη όμως αισθάνθηκα ότι όλο αυτό έπρεπε να το μοιραστώ ανοιχτά. Έχουμε λοιπόν μια ιστορία βιωματική, ας την καταθέσουμε μέσω των Nightfall. Κάπως έτσι πήρε σάρκα και οστά η… Season 4, όταν βρήκαμε τι θέλαμε να πούμε.

Το μόνο που λέω είναι ζήτα βοήθεια, μην κλείνεσαι στον εαυτό σου, μην προσποιείσαι ότι δεν έχεις τίποτα, μην το ρίχνεις στο ποτό, μη νομίζεις ότι είχες μια δυο κακές μέρες και θα σου περάσει

Από τη στιγμή λοιπόν που βρέθηκε το concept, η στιχουργική διαδικασία ήταν για σένα μια εξομολόγηση, ένας εξαγνισμός ή μια συμβουλή προς τρίτους;
Ηταν πράγματα που έβγαιναν από μέσα μου και τα κατέθετα κατευθείαν στο χαρτί, είτε με τη μορφή ελεύθερου κειμένου είτε ποιήματος. Από εκεί αντλήθηκαν οι στίχοι. Η προσπάθεια να περάσουμε το μήνυμα ότι αν νιώθεις «κάπως» ζήτα βοήθεια, μην κωλώσεις, δεν θα στιγματιστείς, έγινε σε δεύτερη φάση παράλληλα με τη δημιουργία του υλικού από καθαρά δική μου ανάγκη να βοηθήσω ανθρώπους να αποφύγουν τον μακρύ και δύσκολο δρόμο που ακολούθησα εγώ. Είναι κάτι πολύ απλό: πας και βλέπεις έναν ειδικό όπως πηγαίνεις σε έναν ορθοπεδικό αν έχεις χτυπήσει το πόδι σου. Το σημαντικό είναι να απευθυνθείς εκεί που πρέπει, σε ανθρώπους που γνωρίζουν, όχι σε τσαρλατάνους. Ούτε καν σε φίλους, γιατί ο φίλος είναι φίλος, δεν ξέρεις τι ανάγκες και τι κενά έχει κι αυτός. Μπορεί να νιώσει ότι τον φορτώνεις με μια μεγάλη ευθύνη την οποία δεν ξέρεις αν μπορεί να διαχειριστεί, με αποτέλεσμα να κάνεις κακό και στους δύο.

Πώς μπορείς όμως να ξεχωρίσεις τον τσαρλατάνο από τον ειδικό;
Αυτό ειλικρινά δεν το γνωρίζω ρε συ Γιάννη. Το μόνο που λέω είναι ζήτα βοήθεια, μην κλείνεσαι στον εαυτό σου, μην προσποιείσαι ότι δεν έχεις τίποτα, μην το ρίχνεις στο ποτό, μη νομίζεις ότι είχες μια δυο κακές μέρες και θα σου περάσει. Είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό και, για να προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτό που με ρωτάς, όσο περισσότεροι από τους δικούς σου ανθρώπους ξέρουν τι σε ταλανίζει τόσο περισσότερες είναι οι ευκαιρίες που έχεις για να καταλάβεις αν ο άνθρωπος στον οποίο έχεις απευθυνθεί είναι ο κατάλληλος ή αν είναι τσαρλατάνος. Δηλαδή εδώ η λύση είναι το μαζί, όχι το μόνος. Αυτό είναι που πρέπει να περάσει. Ειδικά σε μια περίοδο που η κοινωνία μας έχει ενσωματώσει τη μόδα που ήρθε από τις δυτικές ακτές των ΗΠΑ και υπαγορεύει να είμαστε πάντα θετικοί και να διώχνουμε τους τοξικούς ανθρώπους από δίπλα μας. Πραγματικά δεν έχω ακούσει μεγαλύτερη μαλακία! Γιατί ένας άνθρωπος με τα πάνω του και τα κάτω του κάποιες στιγμές μπορεί να γίνει εριστικός, να είναι δύσκολος, ιδίως όταν παλεύει με δαίμονες μέσα στο μυαλό του. Αν λοιπόν αυτός ο «τοξικός» άνθρωπος απορριφθεί από τον «πάντα θετικό» περίγυρό του αντί να βοηθηθεί ρίχνεται στο πυρ το εξώτερο. Είναι πολύ ατομικιστική και επίπλαστη αυτή η αντίληψη περί θετικότητας. Προσωπικά πιστεύω ότι ένας άρρωστος να υπάρχει σε ένα κοινωνικό σύνολο τότε όλη η κοινωνία είναι εν δυνάμει άρρωστη. Για αυτό και είναι πολύ σημαντικό να δούμε το ζήτημα συλλογικά.

Πιστεύεις ότι το χρονικό σημείο -με όσα συμβαίνουν γύρω μας και όσα διαδραματίζονται στον καλλιτεχνικό κυρίως χώρο- μπορεί να παρακινήσει κάποιον να μιλήσει για το πρόβλημά του;
Νομίζω ότι είναι λίγο δύσκολο, γιατί σε αυτή τη φάση λειτουργούμε όλοι υπό ένα καθεστώς ανασφάλειας και επειδή τα προβλήματα είναι συγκεκριμένα τα θέματα της ψυχικής υγείας μένουν λίγο πίσω.

Δεν μπορεί να σκεφτεί όμως κάποιος ότι αφού ο τάδε βρήκε το σθένος και μίλησε για τον βιασμό ή την απόπειρα βιασμού σε βάρος του, γιατί να μην μιλήσω εγώ σε κάποιον για το δικό μου πρόβλημα;
Έτσι ναι, αρκεί βέβαια να έχεις πρώτα δεχθεί ότι κάτι σου συμβαίνει και δεν εθελοτυφλείς. Θα σου πω όμως το εξής: άνθρωποι της δικής μας ηλικίας τα έχουμε βρει με τον εαυτό μας και κουτσά στραβά πορευόμαστε. Εγώ απευθύνομαι κυρίως στα πιο νέα παιδιά που δεν έχουν ακόμα ούτε το εύρος των εμπειριών ούτε μια διαμορφωμένη προσωπικότητα και επειδή βάλλονται από όλες τις πλευρές και προσπαθούν να βρουν τα πατήματά τους σε δύο κόσμους, τον πραγματικό και τον online, καταλαβαίνεις ότι συχνά διχάζονται, χάνονται, απογοητεύονται. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν τρόπο να ζητήσουν βοήθεια γιατί είναι και αυτά θύματα του στερεότυπου «ή είσαι νορμάλ ή δεν είσαι». Εκεί παίζεται το παιχνίδι. Ένας σαραντάρης που ξέρει τον εαυτό του έχει ισάξιο λόγο με μένα, δεν πρόκειται να τον βοηθήσω. Τα νέα παιδιά όμως θέλουν να δουν τους μεγαλύτερους, εμάς δηλαδή, να ανοιγόμαστε, να λέμε τα κακώς κείμενα, να πετάμε την πανοπλία και να βλέπουν τον βασιλιά γυμνό, στην πραγματική του διάσταση. Να δουν τα τρωτά μας σημεία, αυτά που οι προηγούμενες γενιές μας μάθαιναν όχι να τα δείχνουμε αλλά να τα κρύβουμε και να δείχνουμε δυνατοί: οι άντρες δεν κλαίνε, δεν κάνουν, δε ράνουν… Έτσι όμως εγκλωβίζεται κόσμος σε τέτοιου είδους ξεπερασμένα στερεότυπα και προκαλεί πόνο στον εαυτό του και στον περίγυρό του ακριβώς γιατί αυτά που ζει και τον πονάνε δεν μπορεί να τα εκφράσει, πόσο μάλλον να ζητήσει βοήθεια. Εκεί είναι που εγώ προσπαθώ να ρίξω το φως της δικής μου εμπειρίας και να πω προχωρήστε.

Το «At Night We Prey» είναι ένα εφαλτήριο ώστε μέσω της δικής μου εμπειρίας να αποτρέψω όσο περισσότερους μπορώ από το να ακολουθήσουν τον λάθος δρόμο, αυτόν της αυτοΐασης μέσω της άρνησης

Μπορεί σήμερα η ακρόαση ενός δίσκου να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για κάποιον που αντιμετωπίζει τους δαίμονες της κατάθλιψης να πάρει την απόφαση να κοιτάξει κατάματα το πρόβλημα;
Η μουσική και οι στίχοι είναι η δικαιολογία για να μιλήσουμε για αυτό το πράγμα. Το διαλεκτικό κομμάτι δεν τελειώνει στη δημιουργία ενός δίσκου, αλλά συνεχίζεται με τις κουβέντες. Με όσο κόσμο μιλάω για το album η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το θέμα της κατάθλιψης, όπως ακριβώς κάνουμε εμείς τώρα.

Ακούγοντας τα νέα τραγούδια ένιωσα ότι μουσική και στίχοι αλληλοσυμπληρώνονται. Έχεις σκεφτεί μήπως το στιχουργικό κομμάτι υπερισχύσει σε βάρος του μουσικού ή τελικά είναι αυτό ακριβώς που επιδιώκουν οι Nightfall με το «At Night We Prey»;
Όχι δεν το βλέπω έτσι, είναι αυτό που είπες εσύ πριν, ένα εφαλτήριο ώστε μέσω της δικής μου εμπειρίας να αποτρέψω όσο περισσότερους μπορώ από το να ακολουθήσουν τον δρόμο της αυτοΐασης μέσω της άρνησης. Όσοι λένε «το έχω, το ελέγχω» παίζουν με τη φωτιά, δεν ξέρουν.

«At Night We Prey» λοιπόν… Αυτό σημαίνει ότι οι δαίμονες της κατάθλιψης εφορμούν τη νύχτα;
Αυτό ουσιαστικά ήταν ένα λογοπαίγνιο με το pray (προσεύχομαι) και prey (λεία). Με αυτόν τον τρόπο προσπαθώ να δείξω τη στρεβλή εντύπωση που έχει ο κόσμος για αυτήν την ψυχική ασθένεια. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο σε έξαλλη κατάσταση ή είναι τοξικός, όπως λέγαμε πιο πριν, αυτός εκείνη τη στιγμή μπορεί να προσεύχεται να γλιτώσει από τα νύχια των δαιμόνων του. Εμείς όμως ως εξωτερικοί παρατηρητές βλέπουμε έναν άνθρωπο πολύ άγριο και επιθετικό και μεταφράζουμε την προσπάθεια που ο ίδιος κάνει ως επίθεση προς εμάς. Το λογοπαίγνιο λοιπόν αυτό περικλείει την προσπάθεια που κάνει ο ψυχικά ασθενής να αντιπαρέλθει όλων αυτών των δυσκολιών μη μπορώντας να εκφράσει στους άλλους την ανάγκη για βοήθεια.

Ελπίζω ότι μετά την πανδημία οι κοινωνίες θα ρίξουν την προσοχή τους πάνω σε θέματα που πριν δεν έβλεπαν γιατί περνούσαν από δίπλα μας αλλά δε τα βλέπαμε λόγω της ταχύτητας με την οποία τρέχαμε

Το album έχει μια ας πούμε ανάποδη κλιμάκωση. Ξεκινάει πολύ επιθετικά, με μια μάλλον thrash προσέγγιση και καταλήγει σε αμιγώς doom/death μονοπάτια. Ακούγοντας και διαβάζοντας παράλληλα καταλαβαίνω ότι δεν είναι τυχαίο.
Ναι, μπορείς να πεις ότι η κλιμάκωση αυτή υπηρετεί το concept. Περιγράφει την καθημερινότητα του ανθρώπου που παλεύει με αυτήν τη ψυχική διαταραχή. Έχει τις άγριες και επιθετικές στιγμές, κατόπιν τις στιγμές που μαλακώνει, χάνεται μέσα στις σκέψεις του και στο τέλος έρχεται πάλι και κορυφώνεται με μια έκρηξη θυμού που καταλήξει σε πράξεις αποτρόπαιες. Δηλαδή το τελευταίο κομμάτι, το «Wolves In Thy Head» είναι εμπνευσμένο από τους μοναχικούς λύκους που μέσα από σύνθετες και λανθάνουσες σκέψεις καταλήγουν σε απονενοημένες πράξεις, καθώς οι στίχοι περιγράφουν καταστάσεις για τις οποίες ακούμε κατά κύριοι λόγο σε σχολεία των ΗΠΑ που ένα ήρεμο αλλά μοναχικό παιδί «καθαρίζει» όλη την τάξη του. Η συζήτηση όμως περιορίζεται πάντα στο θέμα της οπλοκατοχής, που σαφώς είναι κάτι πολύ σοβαρό και υπαρκτό, είναι όμως η μία πλευρά του νομίσματος. Κανείς δεν εξετάζει την άλλη πλευρά, να δει δηλαδή από πού ξεκίνησε όλο αυτό και γιατί το παιδί έφτασε στο σημείο αυτό. Σε κάθε περίπτωση αυτά είναι ζητήματα που αφορούν μια κοινωνία που έτρεχε με χίλια και έπρεπε να σκάσει στο παρμπρίζ μας αυτή η πέτρα που λέγεται κορωνοϊός για να κόψουμε ταχύτητα, να κάνουμε το αμάξι στην άκρη και μέχρι να έρθει η οδική βοήθεια να ξαναδούμε την καθημερινότητα και τον κόσμο στους πραγματικούς του ρυθμούς. Και θέλω να πιστεύω ότι μετά την πανδημία οι κοινωνίες θα ρίξουν την προσοχή τους πάνω σε θέματα που πριν δεν έβλεπαν γιατί περνούσαν από δίπλα μας αλλά δε τα βλέπαμε λόγω της ταχύτητας με την οποία τρέχαμε.

Μιας και ανέφερες το θέμα της πανδημίας, πόσο συνέβαλε η κατάσταση που βιώνουμε στη διαδικασία της παραγωγής του δίσκου;
Δεν τον πρόλαβε, ευτυχώς, ήμασταν έτοιμοι πριν έρθει. Θα μπορούσαμε βέβαια να ζητήσουμε να κυκλοφορήσει ο δίσκος αργότερα, αλλά το βιολογικό του ρολόι ήταν για τώρα. Η μουσική και η τέχνη γενικότερα δεν είναι ένα άψυχο προϊόν που μπορείς να περιμένεις να ανέβει η τιμή του για να το σπρώξεις. Τώρα βγήκε, τώρα παρουσιάζεται.

Η κατάθλιψη είναι γένους θηλυκού. Είναι αυτός ο λόγος που η απόκοσμη φιγούρα στο εξώφυλλο έχει γυναικεία μορφή;
Αυτό που είπα στον Travis Smith πριν του στείλω κάποιες φωτογραφίες και κάποια δικά μου σκαριφήματα για αυτό που είχα στο μυαλό μου ήταν ότι, ναι, ήθελα μια γυναικεία φιγούρα ώστε να γίνει από την άλλη ο παραλληλισμός που λες, αλλά από την άλλη η γυναικεία φύση είναι η γενεσιουργός δύναμη. Ήθελα λοιπόν να φανεί η τραγικότητα της κατάθλιψης μέσα από την επίθεση της ίδιας της πηγής ζωής. Δεν ήθελα να αναδείξω την ελπίδα, ότι δηλαδή είναι μια ασθένεια που μπορείς να κοντρολάρεις, αλλά την ασχήμια της. Έτσι γεννήθηκε αυτό το άσχημο και απόκοσμο πλάσμα επίτηδες και πιστεύω ότι αντανακλά 100% το μουσικό και στιχουργικό μέρος του album. Γιατί μόνο όταν καταλάβεις πόσο άσχημη είναι θα πάρεις και τη σωστή θέση απέναντί της.

Κάθαρση υπάρχει στο album;
Όχι, δείχνει την κακή πορεία και καταλήγει στην αυτοκαταστροφή του ήρωα. Σκοπός άλλωστε όπως σου είπα είναι να δείξουμε την κακή πορεία.

Δεν είναι όμως και αυτή μια μορφή κάθαρσης; Θέλω να πω, για έναν καταθλιπτικό μπορεί η κάθαρση να μην είναι ο έλεγχος της ασθένειας αλλά το απονενοημένο διάβημα.
Αν κάναμε το album αυτό ταινία, θα ήταν ένα θρίλερ με άσχημο τέλος. Δεν υπάρχουν λουλούδια και ομορφιές εδώ. Από την άλλη δεν μπορώ εγώ να δώσω μια λύση, δεν είναι αυτός ο σκοπός και βασικά δεν μπορώ, δεν είμαι ειδικός. Εγώ απλά καταθέτω το βίωμά μου, το τραβάω και λίγο με μια υπερβολή δίνοντας μια άσχημη εξέλιξη για να δείξω ότι αν δεν προσέξεις μπορεί να έχεις την ίδια κατάληξη. Το album δεν απευθύνεται σε εκείνους που έχουν προβλήματα και κάθονται να δουν μια κωμωδία, όπως έκανα εγώ, αλλά σε εκείνους που θα προτιμήσουν να παρακολουθήσουν ένα θρίλερ.

Ας δούμε λοιπόν το «σενάριο» αυτού του θρίλερ, το στιχουργικό κομμάτι, όχι μέσα από τους τίτλους αλλά μέσα από τους στίχους των κομματιών ξεκινώντας από την «διάγνωση» και φθάνοντας μέχρι την «κατάληξη»… Living dead in a circus of light…
Είναι οι ταχύτητες της σύγχρονης ζωής, με τα «πρέπει» που ξεφεύγουν από το «θέλω» και με όλες τις φανταστικές ιστορίες του well being που μοιράζονται όλοι διαδικτυακά και που έρχεται σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα των ανθρώπων που νοσούν. Των ανθρώπων που βλέπουν ότι οι γύρω τους περνούν καλά, έστω και φαινομενικά, διασκεδάζουν σε ένα πάρτι που αυτοί χάνουν και αυτό τους κάνει να νιώθουν ακόμα χειρότερα. Πρέπει να καταλάβουμε λοιπόν ότι αυτού του είδους τα προβλήματα λύνονται συλλογικά, μόνος σου δεν θα καταφέρεις τίποτα. Να καταλάβουμε ότι στα σκοτεινά σημεία πρέπει να ρίξουμε φως, αλλιώς χανόμαστε Το σκοτάδι είναι ωραίο στην τέχνη, στη ζωή δεν είναι…

Και κάπως έτσι φτάνουμε να αισθανόμαστε… nolstalgia of oneiric days;
Ναι. Ο στίχος αυτός του «Darkness Forever» παραπέμπει στη νουβέλα του Ισαάκ Ασίμοφ, το «Nightfall», όπου έβλεπαν ξαφνικά τον κόσμο να διαλύεται, ο καθένας είχε τα δικά του ερωτήματα, ένας δημοσιογράφος προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει και γενικότερα ήταν μια κατάσταση που σε έβαζε σε ένα παράλληλο σύμπαν. Το μεσοδιάστημα ανάμεσα στο ενθάδε και στο επέκεινα, τι συμβαίνει δηλαδή ανάμεσα σε αυτό που ζεις και το θεϊκό.

Nightfall
Nightfall

Blades surf on naked flesh tonight. Είναι τόσο αιμοβόρα η επίθεση που δέχεται κάποιος από την ασθένειά του;
Βέβαια. Και το μαχαίρι στο εξώφυλλο αυτό συμβολίζει. Είναι οι Ερινύες («Witches»), οι κακές σκέψεις, οι τύψεις που δημιουργούνται στο κεφάλι σου χωρίς λόγο. Τις γεννάει ίδιος ο οργανισμός και σε πείθουν ότι ουσιαστικά διαπράττεις μια ύβρι απέναντι στην «ωραία ζωή» και οι Ερινύες έρχονται εντεταλμένες από τους θεούς να σε διαλύσουν. Εγώ προσπάθησα μέσα από τους στίχους να δώσω εικόνα σε αυτή τη μάχη και πιστεύω ότι τα έχω καταφέρει. Είναι σημαντικό να δημιουργούνται εικόνες για να περάσει το μήνυμα.

I ached like human, you said I’m god.
Το «Giants Of Anger» εμπνεύστηκε από την ιστορία του Γουλιέλμου Β’ του τελευταίου αυτοκράτορα της Γερμανίας, εγγονού της βασίλισσας Βικτώριας της Αγγλίας, ο οποίος λόγω επιπλοκών στη γέννα γεννήθηκε με μια αναπηρία στον ώμο. Πόσο μεγάλο πλήγμα για έναν γαλαζοαίματο να είναι ανάπηρος… Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον απορρίψει η ίδια του η μητέρα κι αυτός να βρει μοναδική πηγή αγάπης στην αγκαλιά της γιαγιάς του. Θέλω λοιπόν να δείξω ότι η ασθένειες αυτές, όπως η κατάθλιψη, δεν κάνουν διακρίσεις. Σε θερίζει ό,τι κι αν είσαι. Και ήθελα να το πω γιατί πολλές φορές ακούμε για χαμογελαστούς και πετυχημένους ανθρώπους που έχουν λύσει και το οικονομικό τους αυτοκτονούν και ψάχνουμε μετά να δούμε γιατί. Πρέπει λοιπόν να βλέπουμε τι συμβαίνει πίσω από το χαμογελαστό προσωπείο, ξέχνα τι έχεις μάθει από άλλους για αυτές τις ασθένειες. Είναι κάτι εσωτερικό, δεν φαίνεται κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι πρέπει ο άλλος να στο πει, αλλιώς αν εσύ έχεις δει κάποια σημάδια θα πρέπει να το εκμαιεύσεις με τρόπο. Αν εξαιρέσει τις ακραίες περιπτώσεις, είναι κάτι «αόρατο» που προχωράει παράλληλα με την καθημερινότητά σου, δεν σε κάνει λιγότερο λειτουργικό όπως ένα σπασμένο πόδι. Ο στίχος αυτός που λέει ότι εσύ με θεωρείς θεό αλλά εγώ πονάω μπορεί να κουμπώσει ακόμα και σε μια συζήτηση μεταξύ φίλων, που λένε «έλα ρε, καλά είσαι, δεν έχεις τίποτα, πάμε για μια μπύρα». Κι αυτό σε σκοτώνει, σε απομονώνει…

Άρα λοιπόν, το with refusal we were fed στο τέλος του «Temenos» είναι η άρνηση η δική σου ή των γύρω σου;
Είναι η άρνηση μέσα από την οποία έχεις γαλουχηθεί, σε διέπει, περνάει από μέσα σου και απορρέει από τη ζωή και την κοινωνία. Ξαναλέω και τονίζω ότι το θέμα είναι κοινωνικό, δεν είναι ατομικό, γι’ αυτό και η προσπάθεια που πρέπει να γίνει είναι συλλογική.

Οι καταθλιπτικοί δεν είναι φαντάσματα μέσα στην κοινωνία, παρά μόνο αν η ίδια η κοινωνία τους κάνει στην άκρη και τους μετατρέψει σε φαντάσματα όπως γινόταν παλιά με τον τρελό του χωριού

When this will end no one seems to know και νομίζω ότι ξέρω ήδη την απάντηση…
Κανένας! Και αυτό πρέπει να μας κάνει πιο δυνατούς, πιο ανθεκτικούς. Δεν είναι κάτι που έχει αρχή, μέση και τέλος, μπορεί όμως να σε πάει μέχρι τέλους χωρίς καν να ξέρεις πότε και πώς άρχισε. Μπορεί να σε ακολουθεί παντού, γίνεσαι φίλος και ζεις με αυτό. Μια από τις λάθος ερμηνείες γύρω από την κατάθλιψη είναι ότι ο καταθλιπτικός είναι ένας τύπος μουντός, που δεν γελάει, βαρύς κι απρόσιτος. Μαλακίες! Οι καταθλιπτικοί θέλουν να περνούν ωραία, γελάνε, απλά χρειάζονται λίγη παραπάνω προσπάθεια. Δεν είναι όμως «φαντάσματα» μέσα στην κοινωνία, παρά μόνο αν η ίδια η κοινωνία τους κάνει στην άκρη και τους μετατρέψει σε φαντάσματα όπως γινόταν παλιά με τον τρελό του χωριού. Πόσες τέτοιες ιστορίες έχουμε ακούσει και σκέψου πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν σωθεί αλλά καταστράφηκαν -αυτοί και ο περίγυρός τους- επειδή το κοινωνικό σύνολο αρνούνταν να τους βοηθήσει, τους θεωρούσε μιάσματα.

Για το «Martyrs Of The Cult Of The Dead (Agita)» μου είπες στην αρχή, οπότε ας δούμε πόσο σοκαριστικό είναι να κοιτάς στον καθρέφτη και να βλέπεις το νεκρό σου είδωλο. A shocking view of my dead idol…
Άλλη μια αλληγορία που παραπέμπει σε μια πολύ ενδιαφέρουσα μορφή ψυχοθεραπείας. Δοκίμασε να γράψεις τις πιο μύχιες σκέψεις σου και να τις διαβάσεις μετά από καιρό. Εκεί θα δεις μια πτυχή του εαυτού σου που δεν γνώριζες ή που γνώριζες αλλά δεν ήθελες να αποδεχθείς. Είναι πολύ ενδιαφέρον και λειτουργεί εποικοδομητικά από πολλές απόψεις. Μαθαίνεις να συγχωρείς, να καταλαβαίνεις τις κακές στιγμές και να στέκεσαι διακριτικά παρών απέναντι σε προβλήματα των άλλων.

No safe haven waits for you λες στο ομότιτλο κομμάτι… Γιατί;
Εδώ είναι η υπερβολή για την οποία σου μίλησα πριν. Είναι η στιγμή που ο προβολέας πέφτει πάνω στην πιο δύσκολη πτυχή του θέματος ώστε αυτός που το ακούει, το διαβάζει, το βλέπει να προβληματιστεί λίγο παραπάνω.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος του θρίλερ με τις φωνές να ουρλιάζουν «Do it now, they say slay!».
Είναι κάτι πραγματικά πολύ άσχημο, ένα παράδειγμα προς αποφυγή, που όμως δεν είναι πιο κακό από την πραγματικότητα που βιώνουμε. Είναι το σημείο που η τέχνη αντιγράφει την πραγματικότητα, είναι κάτι που συμβαίνει. Τελευταία βέβαια λόγω της καραντίνας δεν ακούμε τόσο συχνά τέτοια πράγματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τελειώσαμε.

Τα υπόλοιπα μέλη των Nightfall πώς βίωσαν όλο αυτό;
Καταρχάς να σου πω ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που πήγαινα στο στούντιο κατευθείαν από τον γιατρό του πατέρα μου που έπασχε από Πάρκινσον και ήμουν διαλυμένος. Επαιρνα την κιθάρα, έπαιζα και δημιουργούσαμε κομμάτια μέσα από την ψυχολογική ορμή που είχα ζώντας αυτήν την παράνοια. Ο Κώστας είναι αδερφός μου, γνωριζόμαστε πολλά χρόνια οπότε το βιώνει όντας διακριτικά παρών, ο Μιχάλης επίσης γνώριζε γιατί του το είχα πει, το ίδιο και ο Φώτης. Αλλωστε έβλεπαν όλο αυτό το δράμα που ζούσα με τον πατέρα μου και οι συζητήσεις μας ήταν για μένα ένας τρόπος για να βγάλω από μέσα μου και να καταθέσω όλα όσα ήθελα να μοιραστώ. Είναι πολύ ωραίο το line up αυτό γιατί είμαστε πολύ κοντά, έχουμε την ωριμότητα να εκφράσουμε αυτό που θέλουμε κι επίσης έχουμε την ικανότητα, λόγω εμπειρίας, να κοντρολάρουμε 100% τον τρόπο που θα ολοκληρώσουμε την παραγωγή του πονήματός μας. Δεν αφήσαμε τίποτα στην τύχη. Πήρε πολύ χρόνο αλλά νομίζω ότι άξιζε. Το album αυτό είναι μια κραυγή αγωνίας, έχει γραφτεί μέσα από οργή γι’ αυτό που μου συμβαίνει, για αυτό που συμβαίνει και σε άλλους αλλά και με την ελπίδα ότι θα σπάσουμε το απόστημα και σαν κοινωνία θα κινηθούμε μπροστά.

Το «At Night We Pray» κυκλοφόρησε στις 5 Μαρτίου από την Season of Mist και μπορείτε να το αποκτήσετε εδώ.

 

 

 

 

Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...

Latest from TOP STORIES

Go to Top