ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ TOP STORIES/ΠΡΟΣΩΠΑ

Το «Norchestrion: Α Song For The End» μέσα από τα μάτια των δημιουργών του

Οι Need μας παρουσιάζουν το νέο τους δημιούργημα. Ο πέμπτος δίσκος των Need κυκλοφορεί σήμερα και το rockyourlife τούς έδωσε τον λόγο για να παρουσιάσουν οι ίδιοι το δημιούργημά τους, μιλώντας για κάθε τραγούδι ξεχωριστά Η κυκλοφορία του «Norchestrion: A Song For The End» βάζει τέλος στην αναμονή για ένα…

Οι Need μας παρουσιάζουν το νέο τους δημιούργημα.

Ο πέμπτος δίσκος των Need κυκλοφορεί σήμερα και το rockyourlife τούς έδωσε τον λόγο για να παρουσιάσουν οι ίδιοι το δημιούργημά τους, μιλώντας για κάθε τραγούδι ξεχωριστά

Η κυκλοφορία του «Norchestrion: A Song For The End» βάζει τέλος στην αναμονή για ένα album που μια μεγάλη μερίδα του κοινού περίμενε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Με το «Orvam: Α Song For Home» και κυρίως με το «Hegaiamas: A Song For Freedom», οι Need έχτισαν τη φήμη ενός συγκροτήματος που έχει και συνέχεια και συνέπεια και αυτό μεταφράστηκε σε μια σιγουριά ότι στο «Norchestrion», οι προσδοκίες δεν πρόκειται να διαψευστούν. Ο πέμπτος studio δίσκος των Need είναι από σήμερα διαθέσιμος στα ράφια (έστω και ηλεκτρονικά, προς το παρόν) και στις μουσικές πλατφόρμες και συνεπώς ο καθένας μπορεί να το ακούσει και να βγάλει τα συμπεράσματά του για την ποιότητά του.

Το rockyourlife μίλησε αναγκαστικά εξ αποστάσεως με όλα τα μέλη των Need και τους έδωσε τον λόγο για να παρουσιάσουν οι ίδιοι το δημιούργημά τους, από τη σκοπιά και το πρίσμα που ήθελε ο καθένας για κάθε τραγούδι ξεχωριστά. Κοινός τόπος και των πέντε μελών του αθηναϊκού progressive metal σχήματος ήταν η έμφαση στην ομαδική δουλειά. «Σε αυτόν το δίσκο καταλήξαμε στο πώς θέλουμε και πώς μας αρέσει να γράφουμε. Όπως και στο «Hegaiamas», περάσαμε πάρα πολλές ώρες στο studio γράφοντας, ακούγοντας τις πρόβες της προηγούμενης ημέρας και συζητώντας και μέσα από τις επιμέρους διαφωνίες καταλήξαμε στο σημείο που κανείς από εμάς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για οτιδήποτε. Αυτό που βγάλαμε μας αρέσει πάρα πολύ και πιστεύουμε ότι θα αρέσει πολύ και στον κόσμο».

Avia
Το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου αποδεικνύει περίτρανα πόσο έχουν δουλέψει οι Need για να χτίσουν τον δικό τους ήχο, καθώς από τις πρώτες κιόλας νότες του ο εξοικειωμένος ακροατής μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το συγκρότημα που ακούει. «Το Avia αποτελεί το αουτσάιντερ του δίσκου κατά τη γνώμη μου. Αν και δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες είναι το πιο pop τραγούδι του δίσκου (όσο μπορεί να γίνει αυτό σε ένα δίσκο των Need)» λέει ο Στέλιος Πασχάλης (drums) πριν περάσει σε πιο τεχνικά ζητήματα: «Πάντα το σκεπτικό όταν γράφω για τη συγκεκριμένη μπάντα είναι να καταφέρω να κάνω τον ακροατή να καταλάβει το παλμό του τραγουδιού. Αυτό το τραγούδι είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς περνάω από τη θεωρία στην πράξη». Τον χαρακτηρισμό «pop» υιοθετεί και ο Αντώνης Χατζής (πλήκτρα), ο οποίος στέκεται ιδιαίτερα στα φωνητικά του Γιάννη Βογιατζή: «Με πωρώνει αφάνταστα το πώς τραγουδάει ο Γιάννης εδώ» (σ.σ. οι μελωδικές γραμμές και η ερμηνεία του ειδικά στο ρεφρέν αποτελούν έναν φόρο τιμής στο «A Pleasant Shade Of Gray» των Fates Warning) και συμπληρώνει ότι «μου βγάζει ένα vibe που παραπέμπει στο «Alltribe» αλλά είναι πιο εύπεπτο για κάποιον που δεν είναι τόσο εκπαιδευμένος στον progressive ήχο».

Beckethead
Μετά το «Norchestrion» το «Becket», όπως αναφερόταν συνεχώς στις κουβέντες μας, αποτελεί τη δεύτερη αγαπημένη μου στιγμή του album, όπως ακριβώς συνέβη και με το «Construct» στο «Orvam». Ίσως να φταίει αυτή η εκπληκτική μελωδία στη γέφυρα πριν από το ρεφρέν που… γεφυρώνει το χρονικό χάσμα ανάμεσα στα δύο τραγούδια, ποιος ξέρει…
«Είναι το κομμάτι που όσο περισσότερο το ακούω τόσο ενισχύεται η εντύπωση που είχα και κατά τις ηχογραφήσεις, ότι δηλαδή έχω παίξει τα πιο ώριμα πλήκτρα μου στους Need. Μπορεί σε πέντε χρόνια να μου ακούγεται ξεπερασμένο αλλά αυτή τη στιγμή ακόμα και αυτό το 80s ηχόχρωμα που ακούς στο intro μου φαίνεται πολύ ταιριαστό», λέει ο Αντώνης με τον Βίκτωρα Κουλουμπή (μπάσο) να δίνει ακόμα μια πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση της συλλογικής δουλειάς που οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα: «Ο Γιώργος σκέφτεται με riff, με μελωδίες. Εγώ με τον Στέλιο πρέπει να βρούμε τρόπο να δώσουμε ρυθμό στη μελωδία που έχει στο μυαλό του, κάτι που πολλές φορές είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Από την άποψη αυτή το «Beckethead» είναι το κομμάτι που για το rhythm section (εμένα και τον Στέλιο δηλαδή) αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πρόκληση για να χτίσουμε πάνω στην αρχική ιδέα του Γιώργου και να τη στηρίξουμε και για να δούμε πώς από ένα riff με πολύ παράξενο μέτρημα θα καταφέρουμε να βγάλουμε κάτι που θα έχει μια ροή. Όσο για το φινάλε του, είναι για μένα ένα από τα πιο συγκινητικά μέρη που έχουν γράψει οι Need, τόσο συνθετικά όσο και στιχουργικά».

Nemmortal
Ηταν τo πρώτο δείγμα γραφής που έδωσαν στη δημοσιότητα οι Need τον περασμένο Νοέμβριο προετοιμάζοντας το έδαφος για ό,τι θα επακολουθούσε αποδεικνύοντας ότι θα ανταποκρίνονταν στις αυξημένες απαιτήσεις που είχε ο κόσμος μετά το «Hegaiamas». O Γιάννης Βογιατζής (φωνή) έχει ένα λόγο παραπάνω να μιλήσει για το «Nemmortal», αφού για τον ίδιο είναι το πιο απαιτητικό φωνητικά τραγούδι στο νέο album. «Όπως ξεκινήσαμε να το δουλεύουμε στις πρόβες και καθώς εξελισσόταν αρκετά heavy και σκοτεινό μουσικά με ενέπνευσε να δοκιμάζω συνεχώς αρκετά δύσκολες και επιθετικές μελωδίες. Ο Γιώργος είχε φέρει τη μελωδία της εισαγωγής και το στίχο «I’ve become so dark and sinister» και σε συνδυασμό με τα παραπάνω προσπάθησα και στιχουργικά να εξερευνήσω το πώς είναι να κουβαλάς μέσα σου τις πιο σκοτεινές στιγμές όλης της ανθρωπότητας».

Ο Στέλιος από την πλευρά του δεν έκρυψε ότι θα προτιμούσε το τρίτο στη σειρά του δίσκου να ήταν πρώτο. «Κομμάτι με πολλές εναλλαγές στην ατμόσφαιρα. Προσπάθησα να συνοδέψω το κάθε μέρος με την δικιά του αισθητική χωρίς να χάνεται η ενιαία εικόνα. Νομίζω ότι είναι το τραγούδι που μου δημιουργεί τις περισσότερες εικόνες οπότε βασίστηκα αρκετά σε αυτές για να σκεφτώ τα παιξίματά μου. Κατά τη γνώμη μου ντραμιστικά είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του δίσκου».

«Πολύ… Need» χαρακτήρισε ο Αντώνης το Nemmortal και προσωπικά με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, καθώς ενσωματώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έκαναν τον ήχο του συγκροτήματος αναγνωρίσιμο. «Είναι πολύ heavy και progressive ταυτόχρονα, με απαιτητικά μέρη, ενώ έχει και τα ethnic κοψίματα που μας αρέσουν πολύ. Επίσης το feedback που λαμβάνουμε επιβεβαιώνει αυτό που από την αρχή πιστεύαμε, ότι δηλαδή το «I’ve become so dark and sinister» θα εξελισσόταν σε κάτι πολύ δυνατό».

Bloodlux
Οι Need δεν έκρυψαν ποτέ την εκτίμησή τους για τους Nevermore και ιδιαίτερα ο Γιάννης τη δική του για τoν Warrel Dane. Είναι ίσως το πιο διαφορετικό κομμάτι του δίσκου, με την έννοια ότι είναι πιο heavy από τα υπόλοιπα, παίζοντας κατά κάποιο τρόπο τον ρόλο που είχε το Riverthane στο «Hegaiamas». Μιλώντας με τον Αντώνη του ζήτησα να μου μιλήσει για το πιανάκι που υποβόσκει πριν από το καταιγιστικό βασικό riff του κομματιού όμως εκείνος έδωσε μια άλλη διάσταση: «To δικό μου ιδιαίτερο δέσιμο με το κομμάτι έχει να κάνει με σόλο ακολουθεί μετά το πρώτο ρεφρέν και χωρίζεται σε δύο μέρη, αρχικά με έναν κλασικό keyboard lead ήχο και στη συνέχεια με ένα hammond. Είναι ένα σημείο για το οποίο μπορώ να υπερηφανεύομαι, καθώς αφομοιώνει ένα κομμάτι της φιλοσοφίας πάνω στην οποία χτίστηκε το album. Γιατί από τη μία έχεις τις ιδέες που μπήκαν αυτούσιες αλλά και εκείνα τα σημεία που προέκυψαν στην πορεία μέσα από μελέτη και ανταλλαγή απόψεων και… κοπτοραπτική με τον Έκτορα (σ.σ. ο παραγωγός τους, Έκτορας Τσολάκης).

V.a.d.i.s.
Ένα από αυτά τα… μη τραγούδια που οι Need συνηθίζουν να κάνουν, όπως το «Hotel Oniro» στο «Orvam», ή το Ι.Ο.Τ.Α. στο «Hegaiamas» και τα οποία, όπως εξομολογείται ο Ravaya (Γιώργος Τζαβάρας, κιθάρα), «δεν ξέραμε αν θα τα συμπεριλάβουμε αλλά τελικά βρίσκουν τον δρόμο τους μέσα στον δίσκο. Κατά καιρούς γράφω για πράγματα που με απασχολούν και τα οποία δεν προορίζονταν απαραίτητα για τους Need αλλά τελικά κατέληξαν εκεί. Δεν σου κρύβω ότι τα υπόλοιπα παιδιά επέμεναν περισσότερο και ειδικά ο Βίκτωρας», ο οποίος έβαλε το χεράκι του στο μουσικό «χαλί» που ακούγεται πίσω από τον διάλογο του «V.a.d.i.s». «Eχω βάλει πάρα πολλά μπάσα με εφέ και δεν καταλαβαίνεις ότι αυτό που ακούγεται είναι μπάσο. Για κάποιους τα spoken κομμάτια μπορεί να είναι τα «μαύρα πρόβατα» των δίσκων μας όμως εγώ τα λατρεύω και χαίρομαι πάρα πολύ που έχω βάλει τη δική μου ιδιαίτερη πινελιά», λέει ο μπασίστας των Need με τον Ravaya να συμπληρώνει: «Η πρώτη σκέψη ήταν να πατήσουμε πάνω στον ήχο που έφτιαξε ο Αντώνης στο «Avia», μια κοινή ηχητική αναφορά από εκείνες που πάντα ενισχύουν τον conceptual χαρακτήρα ενός album και βγάλαμε τελικά αυτό το αποτέλεσμα. Όλο αυτό μάλιστα πρόεκυψε μέσα στην τρέλα της πρώτης καραντίνας, όπου τα κορίτσια (σ.σ. η Ζωή Μυλωνά, η γυναικεία φωνή στο «Ι.Ο.Τ.Α.» και η Πολυξένη Ακλίδη, που είχε κάνει τα φωνητικά στα πορτογαλικά στο «Entheogen») έστειλαν μήνυμα για σούπερ μάρκετ αλλά ήρθαν στο σπίτι του Αντώνη και ηχογραφήσαμε τους διαλόγους».

Ένας διάλογος που ακούγοντάς τον θα πίστευες ότι αφορά στην πανδημία. Ο πνευματικός πατέρας όμως ξέρει καλύτερα: «Όχι δεν ισχύει, αρκεί να σκεφτείς ότι το κείμενο του «V.a.d.i.s.» πρέπει να το έγραψα πριν από δύο χρόνια ίσως και παραπάνω. Φαντάζομαι ότι αν ο δίσκος είχε βγει πριν από την πανδημία θα ακούγαμε τίποτα κουταμάρες περί προφητικών λόγων και τέτοια. Για ακόμη μια φορά πάντως ένα τέτοιο κομμάτι μπήκε πριν από το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου και νομίζω ότι «δένει» πολύ ωραία το Bloodlux με το Norchestrion». Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι το ομώνυμο δεν είναι αυτό που κλείνει το δίσκο και τον λόγο θα τον εξηγήσουμε παρακάτω…

Norchestrion: A Song for the End
Θα μπορούσαμε να πούμε απλά ότι είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει οι Need και να τελειώσουμε εδώ, χωρίς πολλά πολλά. Όταν όμως στην άλλη άκρη της γραμμής έχεις τους συντελεστές του αφήνεις να μιλήσουν εκείνοι: «Είναι από τα πιο ολοκληρωμένα τραγούδια που έχουμε γράψει», λέει ο Αντώνης βάζοντας τον σωστό επιθετικό προσδιορισμό. «Εδώ και αν υπάρχουν όλα όσα κάνουν οι Need. Από τη δική μου πλευρά θα σταθώ στην επιλογή των ήχων, στο πώς έδεσαν και πόσο αρμονικά ενσωματώθηκαν όλες οι ιδέες. Με το πέρασμα του χρόνου αποκτάς μια διαφορετική αντίληψη για το τι είναι το songwriting και το «Norchestrion» είναι η επιτομή όλων όσων έχουμε μάθει όλον αυτόν τον καιρό. Και είναι πολύ σημαντικό το ότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε εμείς ως μουσικοί να μπορεί να το εισπράξει και ο κόσμος που μας ακούει. Να καταλάβει πώς κάθε όργανο υπηρετεί το κομμάτι όσο πρέπει και όπου πρέπει», καταλήγει.

«Όσοι ακούνε το «Norchestrion» μπορεί να θεωρούν ότι μας δυσκόλεψε περισσότερο από άλλα κομμάτια όμως δεν είναι έτσι, κύλησε νεράκι. Από τις πρώτες κιόλας πρόβες, όταν αρχίσαμε να φτιάχνουμε τα πρώτα του μέρη, θυμάμαι ότι είχα ενθουσιαστεί και είχα την αίσθηση ότι θα προκύψει κάτι πολύ ξεχωριστό» συμπληρώνει ο Βίκτωρας και δίνει μια συνολικότερη εικόνα για το πώς δουλεύτηκε το album: «Το «Norchestrion» σε σχέση με το «Hegaiamas» είχε ακόμα περισσότερη ομαδική δουλειά. Όλα τα κομμάτια δουλεύτηκαν σε real time στο studio και αυτή ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση και δυσκολία, σε συνδυασμό με το δημιουργικό άγχος της σύνθεσης του album που θα διαδεχόταν το «Hegaiamas», το οποίο ήταν ένας πάρα πολύ καλός δίσκος. Όπως πάντα ο Γιώργος είναι αυτός που φέρνει την κεντρική ιδέα, τα riffs και τις μελωδίες δηλαδή, την οποία έχει από πριν στο μυαλό του και σαν τίτλο και σαν γενική φιλοσοφία. Η διαφορά είναι ότι στο «Norchestrion» ήταν κάθετος στο να συζητήσαμε όλοι μαζί πολύ περισσότερο ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια. Υπάρχουν σημεία που μπορεί να διαφωνούσαμε για το πώς έπρεπε να δομηθούν και στα οποία κολλήσαμε για δέκα πρόβες μέχρι να βγει το τελικό αποτέλεσμα όπως το θέλαμε όλοι».

Circadian
«Πρόκειται ίσως το πιο αδικημένο τραγούδι του δίσκου», λέει ο Στέλιος και εξηγεί: «Είναι ανάμεσα στα δύο θηρία -το «Norchestrion» και το «Ananke»- και ο λόγος που μπήκε εκεί ήταν για να… ηρεμήσει λίγο η κατάσταση από αυτό που προηγείται και να προετοιμάσει το έδαφος γιa αυτό που θα ακολουθήσει». Τα λόγια αυτά του Στέλιου αναδεικνύουν και τη σημασία που έχει για τη μεγάλη εικόνα η ακρόαση του album με όρους όχι αποσπασματικούς αλλά μιας συνεχόμενης ροής που θα βοηθήσει τον ακροατή να το καταλάβει καλύτερα. «Επίσης έχει ένα από τα πιο περίεργα από ρυθμικής άποψης κουπλέ, ενώ το riff της γέφυρας είναι κατά την άποψή μου το ομορφότερο όλου του δίσκου, με τον Γιώργο να έχει κάνει εκπληκτική δουλειά και στο ρεφρέν». Παρόμοια άποψη έχει και ο Αντώνης: «Το ρεφρέν του τραγουδιού αυτού έχει φοβερό hook και μπορώ πολύ εύκολα να το φανταστώ σε ένα sing along στη ζωντανή του εκτέλεση, ενώ με πωρώνει αφάνταστα και η μελωδία στη γέφυρα. Πρόκειται για ένα εν δυνάμει χιτάκι».

Ananke
Το άτυπο κλείσιμο της τριλογίας «Orvam», «Hegaiamas», «Norchestrion» -άτυπο γιατί το «Ananke» δεν είναι ακριβώς το τελευταίο τραγούδι του δίσκου- αποτελεί ένα ακόμα magnum opus των Need. Τα 19 λεπτά του είναι σαν το σιντριβάνι που από τους πίδακές του ξεπηδούν κάθε φορά και διαφορετικοί (ηχο)χρωματικοί συνδυασμοί που ακόμα και όταν τους αποτυπώσεις στο μυαλό σου περιμένεις να έρθει η ώρα να ξαναπεράσουν μπροστά από τα μάτια σου μήπως και ανακαλύψεις κάποια λεπτομέρεια που σου ξέφυγε.

«Οι στίχοι για το συγκεκριμένο κομμάτι θα έλεγα ότι με παίδεψαν λίγο παραπάνω (πέραν από το προφανές της μεγάλης διάρκειας του τραγουδιού)», λέει ο Γιάννης. «Συνδυάζοντας το στίχο «dream before the end» από την πρώτη στροφή που έφερε ο Γιώργος και σε συνδυασμό με τον τίτλο του δίσκου έχτισα πάνω στο «Α Song Before the End» και προσπάθησα να σκεφτώ ένα concept που να συνοψίζει όλη την πορεία της μπάντας μέχρι τώρα, τη συνέχεια της αλλά και το τι θα σήμαινε στιχουργικά ένα τραγούδι πριν το τέλος».

Ο Αντώνης εξηγεί για ποιους λόγους λατρεύει τα μεγάλα σε έκταση κομμάτια των Need: «Σε αυτά τα κομμάτια έχεις τη δυνατότητα να αναπτύξεις κυριολεκτικά ό,τι προλαβαίνεις. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ξεκινάμε λέγοντας πάμε να γράψουμε ένα κομμάτι που θα κρατάει 19 λεπτά, αλλά το αποτέλεσμα δεν γίνεται βεβιασμένα, προκύπτει στην πορεία». Τη δική του διάσταση για το γενικότερο πλαίσιο του album αλλά και για το τι συμβολίζει αυτό το «τέλος» στο «Ananke» δίνει ο Ravaya: «Υπήρχε μεγάλη κουβέντα στις ζυμώσεις του δίσκου για το αν τελικά θα είναι concept ή όχι, αν θα είναι συνέχεια των προηγούμενων δύο. Το σίγουρο είναι ότι το «Norchestrion» είναι το τελευταίο album που κάνουμε σε αυτήν την δομή και αρχιτεκτονική. Εφόσον ξαναβγεί άλλος δίσκος Need δεν θα είναι σε αυτό το μοτίβο, θα είναι κάτι διαφορετικό. Σε αυτή τη λογική, σε αυτήν την αισθητική και σε αυτήν την προσέγγιση οι Need ό,τι είχαν να πουν το είπαν».

Kinwind
Το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο αποτελεί επίσης μια ξεχωριστή περίπτωση. Ακούγοντας την ανατριχιαστική ερμηνεία του Ακύλλα Καραζήση (ο οποίος απαγγέλλει και στο τέλος του Orvam) στους στίχους που έγραψε ο Ravaya νομίζεις ότι γράφτηκε από έναν άνθρωπο που βιώνει με τον πιο σκληρό τρόπο τις συνέπειες της καραντίνας και περιμένει να τελειώσει. Κι όμως… «Είναι η πρώτη φορά που ακούω αυτήν την ανάγνωση, πιθανότατα επειδή είναι κάτι που έχω γράψει εγώ και ξέρω ότι δεν έχει καμία σχέση», λέει ο Γιώργος, για τον οποίο το «Kinwind» είναι κάτι πολύ προσωπικό, ιδιαίτερο και σχεδόν απίθανο να επαναληφθεί. «Είναι σκέψεις, λόγια που προέκυψαν πίσω από το τιμόνι, κάπου μέσα στο 2018. Επιπλέον η όλη φάση του εγκλεισμού είναι τεμπέλικη και μίζερη, το «Kinwind» δεν βγάζει τέτοια διάθεση, υπάρχει μελαγχολία αλλά από μια πολύ διαφορετική οπτική. Επιπλέον, σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στο «Orvam» και στο «Hegaiamas» είναι ότι το «Kinwind» δεν λειτουργεί ως outro του «Ananke» αλλά αποτελεί ξεχωριστή οντότητα, είναι η κατακλείδα σε όλο αυτό «the end» που πραγματεύεται ο δίσκος. Είναι η ουσία που μένει αν αφαιρέσεις όλο το «θόρυβο». Αν είχα δυόμισι λεπτά να εξηγήσω σε κάποιον τι είναι αυτός ο δίσκος θα του έδινα να ακούσει αυτό, ακόμα και αν είναι ξένος. Είναι η αίσθηση που σου αφήνει ανεξάρτητα από το αν καταλαβαίνεις τι λέει η όχι».

Συνολικά πάντως για το «V.a.d.i.s.» και το «Kinwind» αυτό που προκαλεί μεγάλη εντύπωση είναι το γεγονός ότι μιλάμε για δύο κομμάτια που αν και η παρουσία τους στον δίσκο τέθηκε εν αμφιβόλω, ωστόσο έφτασαν να αποτελούν σημεία αναφοράς για τους περισσότερους από όσους είχαμε το προνόμιο να τον ακούσουμε πολύ πριν από την κυκλοφορία του. Μια ματιά reviews εντός και εκτός Ελλάδας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές, ειδικά για το «Kinwind» που παρά το ότι είναι στα ελληνικά φαίνεται να έχει συγκινήσει πολύ τον διεθνή Τύπο. Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι άλλωστε το γεγονός ότι ακόμα και σε αυτό το κείμενο χωρίς να το καταλάβουμε αφιερώσαμε περισσότερο χώρο σε αυτά από ό,τι στο αμιγώς μουσικό κομμάτι. «Είναι τρελό το feedback που λαμβάνουμε για αυτά τα δύο τραγούδια», καταλήγει ο Γιώργος.

Το «Norchestrion: A Song for the End» είναι διαθέσιμο και μέσω του bandcamp και μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...

Latest from TOP STORIES

Go to Top